Μετά τον σεισμό που προκάλεσε το 8 λεπτών βίντεο που έριξε βαριές σκιές για παράνομες χρηματοδοτήσεις στην κυπριακή Προεδρία, η αντιπολίτευση ζητά πλήρη διερεύνηση απαιτώντας καθαρούς κανόνες, διαφάνεια και θεσμικές δικλίδες, ενώ ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κάλεσε όποιον ισχυρίζεται ότι διαθέτει στοιχεία για χρηματισμό να τα καταθέσει στις αρμόδιες αρχές
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Χρήστου Μυτιλινού στην εφημερίδα Political, η υπόθεση που βαφτίστηκε ήδη «Videogate» δεν έμεινε στο επίπεδο ενός ακόμη viral επεισοδίου στα κοινωνικά δίκτυα. Από τη στιγμή που το επίμαχο υλικό αναρτήθηκε στο X και άρχισε να αναπαράγεται με εκρηκτικούς ρυθμούς, η Κύπρος μπήκε σε τροχιά θεσμικής δοκιμασίας: όχι μόνο για το περιεχόμενο όσων ακούγονται και υπονοούνται αλλά και για τα ποιος, πώς και γιατί ενός τέτοιου χτυπήματος.
Το βίντεο, διάρκειας περίπου 8 λεπτών, έθεσε στο τραπέζι ισχυρισμούς και υπαινιγμούς που -ανεξαρτήτως τελικής αλήθειας- αρκούν για να ενεργοποιήσουν τον πιο σκληρό μηχανισμό της πολιτικής: καχυποψία, απαιτήσεις, συγκρούσεις και δημόσια λογοδοσία.
Στο κάδρο μπήκαν πρόσωπα με θεσμικούς ρόλους και επιχειρηματικό αποτύπωμα, ενώ παράλληλα αναπτύχθηκαν δύο ανταγωνιστικές αναγνώσεις: από τη μία, η ανάγκη για πλήρη διερεύνηση· από την άλλη, η γραμμή περί αποσπασματικότητας/μοντάζ και περί κακόβουλης ενέργειας που στόχο έχει να πλήξει συγκεκριμένα πρόσωπα και τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος.
Έρευνα για την πηγή, πίεση για απαντήσεις
Στη δεύτερη μέρα των εξελίξεων το επίκεντρο μετακινήθηκε γρήγορα από την πολιτική… σκόνη στο πρακτικό ερώτημα της διερεύνησης. Η συζήτηση δεν περιορίστηκε στο «τι λέγεται», αλλά άνοιξε προς το «τι ισχύει τεχνικά»: πώς ταυτοποιείται ο λογαριασμός, πώς πιστοποιείται η γνησιότητα, πώς εξετάζονται τα μεταδεδομένα, πού καταλήγουν οι πρώτες διασταυρώσεις για το ποιος βρίσκεται πίσω από την ανάρτηση και τι επιδιώκει.
Το μήνυμα της κυβέρνησης κινήθηκε στο τρίπτυχο «έρευνα – τεκμηρίωση – θεσμική ψυχραιμία». Ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης κάλεσε όποιον ισχυρίζεται ότι διαθέτει στοιχεία για χρηματισμό ή παράνομη χρηματοδότηση να τα καταθέσει στις αρμόδιες αρχές, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν θα αφήσει να αιωρούνται κατηγορίες διαφθοράς χωρίς αποδείξεις. Η φράση-κλειδί της παρέμβασης δεν ήταν επικοινωνιακή. Ήταν καθαρά θεσμική: «Φέρτε τα στοιχεία».
Παράλληλα, στο δημόσιο πεδίο καταγράφηκαν απαντήσεις και διευκρινίσεις από πλευρές που κατονομάζονται ή «φωτογραφίζονται», με κεντρικό επιχείρημα ότι αποσπάσματα παρουσιάζονται χωρίς το πλήρες πλαίσιο ή ότι συγκεκριμένες αναφορές δεν αφορούσαν εκεί όπου οδηγεί η δημόσια ερμηνεία. Ενώ στο παρασκήνιο επανήλθαν πληροφορίες για επαφές και διαδρομές που -κατά δημοσιογραφικές αναφορές- είχαν προηγηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η αντιπολίτευση δεν επιτίθεται αλά… ελληνικά
Η δεύτερη μέρα έφερε και το πραγματικό πολιτικό «χτύπημα»: η αντιπολίτευση δεν αρκέστηκε σε γενικές καταγγελίες. Έθεσε συγκεκριμένα αιτήματα και μέτρα επιχειρώντας να μετατρέψει το Videogate σε τεστ αξιοπιστίας του Προέδρου.
Ο ΔΗΣΥ μίλησε για σωρεία ερωτημάτων και ανάγκη πλήρους διερεύνησης, ανοίγοντας παράλληλα και το κεφάλαιο του Ταμείου της Πρώτης Κυρίας ως πεδίο που -κατά την κριτική του- απαιτεί καθαρούς κανόνες, διαφάνεια και θεσμικές δικλίδες. Το ΑΚΕΛ κινήθηκε ακόμη πιο επιθετικά, ζητώντας όχι μόνο διερεύνηση αλλά και πολιτικές αποφάσεις: παύσεις προσώπων-κλειδιά, κατάργηση δομών που θεωρεί ότι παράγουν θολούρα και πλήρη δημοσιοποίηση όσων σχετίζονται με δωρεές και χρηματοδοτήσεις.
ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ έθεσαν επίσης το αίτημα για εξηγήσεις και διερεύνηση, με το σκεπτικό ότι η ίδια η εικόνα των θεσμών τραυματίζεται όταν τέτοια ζητήματα μένουν να αιωρούνται. Μικρότερα σχήματα -όπως Οικολόγοι και Volt- κινήθηκαν στο ίδιο μήκος κύματος, προβάλλοντας την ανάγκη για κάθαρση, διαφάνεια και κανόνες.
Και εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα, σχεδόν διδακτική, αποστροφή: στην Κύπρο η αντιπολίτευση -ακόμη κι όταν «χτυπά»- κρατά τον άξονα της θεσμικής σοβαρότητας, μιλά για έρευνα, παύσεις, πλαίσιο και κανόνες. Στην Ελλάδα αντιθέτως συχνά βλέπεις την πολιτική σύγκρουση να καταλήγει σε «γιούργια», σε κραυγή και σε εύκολη υπερβολή που τελικά αποδυναμώνει και το ίδιο το επιχείρημα. Η διαφορά δεν είναι αισθητική. Είναι πολιτική αποτελεσματικότητα.
Κρίνεται η αντοχή της δημοκρατίας της
Το Videogate δεν «σκάει» σε ουδέτερο χρόνο. Η Κύπρος έχει μπροστά της -και ήδη φέρει στο διεθνές ραντάρ- την ευρωπαϊκή της ευθύνη ως προς τη θεσμική εικόνα, τη διαφάνεια και την αξιοπιστία. Σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα οφείλει να εκπέμπει σταθερότητα και σοβαρότητα, μια υπόθεση που αγγίζει την καρδιά του πολιτικού συστήματος δεν είναι απλώς «εσωτερικό θέμα». Είναι και ζήτημα κύρους.
Για αυτό και η υπόθεση εξελίσσεται σε διπλό επίπεδο: από τη μία, οι Αρχές καλούνται να «κλειδώσουν» τεχνικά και ουσιαστικά τι είναι και τι δεν είναι το υλικό. Από την άλλη, το πολιτικό σύστημα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει χωρίς φανατισμό, αλλά και χωρίς κουκούλωμα: με κανόνες, με διαφάνεια και με καθαρή λογοδοσία.
Το συμπέρασμα είναι απλό: το Videogate δεν θα κριθεί μόνο από το αν θα αποδειχτούν ή θα καταρριφθούν οι υπαινιγμοί. Θα κριθεί από το αν η Κύπρος θα περάσει αυτό το τεστ ως κράτος που ξέρει να προστατεύει τους θεσμούς του. Και αυτό τελικά είναι το μόνο «βίντεο» που αξίζει να μείνει στο τέλος: η αντοχή της δημοκρατίας.












