Το δάγκωμα των νυχιών, το τράβηγμα του δέρματος και άλλες παρόμοιες μικρές συνήθειες δεν είναι απλώς νευρικά τικ, αλλά λειτουργούν ως μηχανισμοί επιβίωσης, σύμφωνα με τον κλινικό ψυχολόγο Δρ. Τσάρλι Χέριοτ‑Μέιτλαντ.
Παρότι δεν υπάρχει μία ενιαία εξήγηση για το γιατί οι άνθρωποι δαγκώνουν τα νύχια τους, οι θεωρίες περιλαμβάνουν τη διαχείριση δύσκολων συναισθημάτων, την πλήξη, την ανάγκη απασχόλησης των χεριών ή ακόμη και την κληρονομικότητα της συνήθειας.
Ο ψυχολόγος μιλώντας στον Independent υποστηρίζει ότι αυτές οι συμπεριφορές αποτελούν «μικρές βλάβες» που προσφέρουν άμεση εκτόνωση της έντασης και αίσθηση ελέγχου, λειτουργώντας ως προστατευτικοί μηχανισμοί απέναντι σε ανεξέλεγκτα συναισθήματα.
«Δημιουργώντας μια μικρή αίσθηση, το σώμα αποκτά άμεσα ένα φυσικό σημείο εστίασης, μια άμεση εκτόνωση της έντασης και ένα αίσθημα ελέγχου», εξηγεί. «Αυτό είναι προτιμότερο από την εναλλακτική λύση, δηλαδή τα ανεξέλεγκτα και κατακλυσμικά συναισθήματα».
Στο βιβλίο του Controlled Explosions in Mental Health, εντάσσει τέτοιες συνήθειες στο φάσμα της αυτοϋπονόμευσης, της αυτοκριτικής και του αυτοτραυματισμού.
Νόμιζες ότι είναι κακή συνήθεια;
Παρότι το δάγκωμα νυχιών ή το τράβηγμα δέρματος θεωρούνται ήπιες μορφές αυτοτραυματισμού, συνδέονται με τον ίδιο ψυχολογικό μηχανισμό που μπορεί να οδηγήσει σε πιο ακραίες συμπεριφορές.
Ο εγκέφαλος, ως «μηχανή επιβίωσης», προτιμά μια ελεγχόμενη, προβλέψιμη απειλή από μια άγνωστη και ανεξέλεγκτη. Έτσι, τέτοιες συνήθειες συχνά ξεκινούν σε περιόδους άγχους και παγιώνονται με τον χρόνο.
«Αν προκαλέσεις πόνο τραβώντας τα μαλλιά σου, τη στιγμή αμέσως μετά τον πόνο έρχεται η ανακούφιση. Είναι σαν να ενεργοποιείς τις φυσικές ενδορφίνες του σώματος», σημειώνει.
Ωστόσο, τονίζει ότι αυτές οι συμπεριφορές δεν προσφέρουν μόνο άμεση ανακούφιση, αλλά λειτουργούν και ως τρόπος αυτοπροστασίας. «Ο εγκέφαλός μας είναι μια μηχανή επιβίωσης. Δεν είναι προγραμματισμένος να μεγιστοποιεί την ευτυχία και την ευεξία μας, αλλά να μας κρατά ζωντανούς. Χρειάζεται έναν προβλέψιμο κόσμο. Δεν του αρέσουν οι εκπλήξεις και δεν θέλει να αιφνιδιάζεται», αναφέρει.
Η επιστημονική βάση της θεωρίας συνδέεται με την εξέλιξη του ανθρώπινου εγκεφάλου, ο οποίος αναπτύχθηκε κυρίως για την επιβίωση και όχι για την ευτυχία. Οι εγκέφαλοί μας είναι προγραμματισμένοι να εντοπίζουν κινδύνους παντού, κάτι που βοήθησε το είδος να επιβιώσει, αλλά σήμερα μας κάνει υπερβολικά ευαίσθητους σε κάθε πιθανό σωματικό ή συναισθηματικό πλήγμα.
Παρότι υπάρχουν πρακτικές τεχνικές για να σταματήσει κανείς αυτές τις συμπεριφορές – όπως το κοντό κόψιμο των νυχιών ή ειδικά σκευάσματα –, ο Δρ. Χέριοτ‑Μέιτλαντ τονίζει ότι δεν υπάρχουν γρήγορες λύσεις. Το ουσιαστικό βήμα είναι να κατανοήσουμε τι εξυπηρετούν αυτές οι συνήθειες και ποιους φόβους καλύπτουν, αντί να προσπαθούμε απλώς να τις εξαλείψουμε.












