Τη συλλογική μνήμη για την περίοδο της Κατοχής έχουν χαράξει ανεξίτηλα τόποι όπως η Κοκκινιά, η Καισαριανή, τα Καλάβρυτα, ο Χορτιάτης, η Κάνδανος, κ.ά. Στους τόπους αυτούς θυσιάστηκαν χιλιάδες Έλληνες αγωνιστές από το 1941 έως το 1944. Σε αυτό το πλαίσιο, σημαντική είναι η ιστορία του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου, όπου φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν πάνω από 21.000 άνθρωποι.
Προπολεμικά, το Χαϊδάρι ήταν μια ήσυχη περιοχή, αρκετά μακριά από το κέντρο της πρωτεύουσας. Οι κάτοικοι ήταν λιγότεροι από 6.000, προέρχονταν δε κυρίως από οικογένειες Μικρασιατών προσφύγων. Εκεί επέλεξε το 1936 να ιδρύσει ο Έλληνας δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς έναν στρατώνα, ο οποίος έμελλε να συνδεθεί με μια σειρά εγκλημάτων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Τα πρώτα κατοχικά χρόνια πέρασαν για τους κατοίκους του Χαϊδαρίου δίχως να έχει σημειωθεί κάποια ιδιαίτερη πράξη βίας, πέραν φυσικά των κατασχέσεων προϊόντων και της καταναγκαστικής εργασίας που επέβαλλαν οι κατακτητές. Αυτό θα άλλαζε την άνοιξη του 1943, όταν οι Ιταλοί αποφάσισαν να μεταφέρουν κρατούμενους από την περιφέρεια (και δη τη Θεσσαλία) στην Αθήνα. Μεταξύ των φυλακισμένων που θα έφταναν στο Χαϊδάρι έως το φθινόπωρο του 1943 συγκαταλέγονταν εκατοντάδες «Ακροναυπλιώτες», δηλαδή στελέχη του ΚΚΕ που είχαν εγκλειστεί από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου στις φυλακές της Ακροναυπλίας.
Οι Ακροναυπλιώτες δεν ήταν φυσικά οι μόνοι τρόφιμοι του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου, αφού με την πάροδο του χρόνου οι έγκλειστοι πολλαπλασιάστηκαν. Μάλιστα, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, η διοίκηση του τελευταίου πέρασε στους Γερμανούς που έσπευσαν να το χρησιμοποιήσουν για να λυγίσουν χιλιάδες Έλληνες αγωνιστές.

Υπό τη διοίκηση των Γερμανών, τα διάφορα κτηριακά συγκροτήματα (Μπλοκ) του στρατοπέδου προορίζονταν για ποικίλες χρήσεις. Το πλέον διαβόητο εξ αυτών υπήρξε το Μπλοκ 15, το οποίο λειτουργούσε ως τόπος απομόνωσης και διέθετε πολύ μικρά παράθυρα. Εκεί επρόκειτο να κρατηθούν αρκετοί αγωνιστές, βιώνοντας με τον πλέον σκληρό τρόπο τη ναζιστική τυραννία. Συνήθως, οι ύποπτοι αντιστασιακών ενεργειών που θα βίωναν την κόλαση του στρατοπέδου, βασανίζονταν αρχικά στο κολαστήριο της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν (στο Κολωνάκι) κι έπειτα μεταφέρονταν στο Χαϊδάρι.

Τον Νοέμβριο του 1943 τη διοίκηση του στρατοπέδου ανέλαβε ο αιμοσταγής ταγματάρχης των SS Πάουλ Ραντόμσκι, μια από τις πρώτες ενέργειες του οποίου υπήρξε η διεξαγωγή της πρώτης εκτέλεσης στο συγκρότημα -εκείνης του έφεδρου ανθυπολοχαγού Χαΐμ Λευή-, στις 7 Δεκεμβρίου 1943. Γενικότερα, ο Ραντόμσκι επέβαλλε αγγαρείες και, τόσο ο ίδιος όσο επίσης οι άνδρες του ξυλοκοπούσαν ή σκότωναν αδιακρίτως κρατουμένους.

Ήδη από τις πρώτες ημέρες της παρουσίας του στο στρατόπεδο μάλιστα, ο Γερμανός αξιωματικός απέκτησε τη φήμη μέθυσου με ακραίες ψυχολογικές μεταπτώσεις. Θα παρέμενε στη θέση του έως τον Φεβρουάριο του 1944, καθώς εκδήλωσε την αγριότητά του ακόμη και εις βάρος Γερμανών αξιωματικών, με αποτέλεσμα να αντικατασταθεί από τον υπολοχαγό Καρλ Φίσερ. Επί των ημερών του Φίσερ στο Χαϊδάρι κρατήθηκαν για κάποιο διάστημα επίσης αρκετοί Εβραίοι, οι οποίοι έπειτα μεταφέρθηκαν στα γερμανικά στρατόπεδα εξόντωσης.
Το τελευταίο έτος της γερμανικής κατοχής υπήρξε το πλέον βίαιο σε ολόκληρη την Ελλάδα, πράγμα που επηρέασε την κατάσταση στο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Στο τελευταίο, πέραν της συχνής βίας που ασκούσαν οι Γερμανοί στρατιώτες στους φυλακισμένους, οι εκτελέσεις αυξήθηκαν ραγδαία. Το πλέον μαζικό τέτοιο περιστατικό έλαβε χώρα την 1η Μαΐου 1944, όταν 200 τρόφιμοι (στη συντριπτική του πλειοψηφία μέλη του ΚΚΕ) μεταφέρθηκαν από το Χαϊδάρι στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, όπου και θανατώθηκαν με τη χρήση οπλοπολυβόλων. Κάτι αντίστοιχο συνέβη στις 10 του ίδιου μήνα, με θύματα 92 άτομα.

Αξίζει να σημειωθεί πως μεταξύ των εγκλείστων του Χαϊδαρίου συγκαταλέγονταν ορισμένες εκ των σπουδαιότερων προσωπικοτήτων της Εθνικής Αντίστασης. Μια εξ αυτών υπήρξε η Λέλα Καραγιάννη, ηρωική σαμποτέρ που εκτελέστηκε μαζί με άλλα 59 άτομα στο γειτονικό Άλσος, στις 8 Σεπτεμβρίου 1944. Σύμφωνα μάλιστα με τις διαθέσιμες πηγές, η συγκεκριμένη πράξη δεν διέθετε την έγκριση της γερμανικής κατοχικής ηγεσίας παρά αποτελούσε μια εκδικητική πρωτοβουλία των SS. Εκτός της Καραγιάννη, στον ίδιο τόπο βασανίστηκαν ο συγγραφέας Αλέξανδρος Ζήσης, ο συνδικαλιστής Ναπολέων Σουκατζίδης, το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ Ηλέκτρα Αποστόλου και η νεαρή αγωνίστρια (συνελήφθη σε ηλικία μόλις 17 ετών) Ηρώ Κωνσταντοπούλου.

Το Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου έπαψε να λειτουργεί στις 27 Σεπτεμβρίου 1944, με τους Γερμανούς να αποχωρούν από την Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Παρότι είναι δύσκολο να καθοριστεί ο ακριβής αριθμός όσων έχασαν τη ζωή τους στον έναν χρόνο λειτουργίας αυτού του κολαστηρίου (Σεπτέμβριος 1943-Σεπτέμβριος 1944), οι διαθέσιμες πηγές κάνουν λόγο για περί τους 1.800 ανθρώπους. Σήμερα το Μπλοκ 15 και η ευρύτερη έκταση αποτελούν τόπο μνήμης, με μια πληθώρα εκδηλώσεων να έχουν λάβει χώρα εκεί.
Ας αφήσουμε, όμως, τις μαρτυρίες να μιλήσουν:
«Καψόνι βασανιστήριο ήταν, όταν κατά τα τέλη του Απρίλη μας έβγαλαν έξω από το στρατόπεδο στο δυτικό λόφο όπου, καθώς είμασταν εξαντλημένοι, μας έβαλαν τρέχοντας από τα ριζά του ως την κορυφή του σχεδόν να κουβαλάμε πέτρες επί μία ώρα και πλέον, ενώ καθ’ οδόν μας μαστιγώνανε με βούρδουλες ή μας υποχρέωναν σε στάση επίκυψης να παίρνουμε μεγάλες πέτρες και να τις πετάμε πίσω από την πλάτη μας στη χαράδρα, χωρίς να σηκωνόμαστε. Όταν επιχειρούσες να σηκωθείς, για να ξεπιαστεί λίγο η μέση σου, σε αφανίζανε στο ξύλο. Ακόμα μας έβαζαν μ’ ένα κασμά και φτυάρια ν’ ανοίγουμε χαρακώματα –αν είναι δυνατό με αυτά τα μέσα– σε βραχώδες έδαφος. Τα δοκίμασα όλα αυτά. Μάλιστα στο τελευταίο, καθώς ήμουνα από τους πιο εξαντλημένους, λόγω πολύμηνης κράτησης στην απομόνωση, και επειδή είχα και κόψιμο, λιποθύμησα. Έπεσα κάτω και τότε έρχεται ο SS, βγάζει το πιστόλι του κι ήταν έτοιμος να με σκοτώσει. Τότε πολύ αδύνατα άκουσα τους άλλους συντρόφους μου νεοσυλληφθέντες Κοκκινώτες να μου λέν:
-Κάνε κουράγιο, σήκω, θα σε φάει.
»Άρχισαν με τρόπο και να με βοηθούν, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους. Στυλώθηκα κάπως και τη γλύτωσα. Το χαντάκι εκείνο θα γινόταν ο τάφος μου. Πάντα θα τους θυμάμαι τους συντρόφους αυτούς με ευγνωμοσύνη, κι ας μη συγκρατώ τα ονόματά τους, κι ας μην ξέρω αν βρίσκονται στη ζωή»
Μηχανικός Στ. Μαυρομμάτης

«Η απομόνωση στα κελιά αποτελούσε ένα από τα φοβερότερα μαρτύρια, στα οποία υποβάλλονταν ο εγκάθειρκτος του “Μπλοκ 15”. Μαρτύριο όχι τόσο άμεσα σωματικής βίας, αλλά κυρίως ψυχικό. Η συνεχής απομόνωση, η ενατένιση των ίδιων γυμνών τοίχων, η στέρηση της δυνατότητας να ανταλλάξεις μια κουβέντα με συνάνθρωπό σου η άγνοια του τι γίνεται έξω, του τι σε περιμένει, του τι σημαίνει ένας συγκεχυμένος θόρυβος που φθάνει ως τ’ αυτί σου, πιέζει αφόρητα το νευρικό σου σύστημα, παραλύει την ψυχική σου αντοχή, σε καταβάλλει, σε μεταβάλλει βαθμηδόν σε ράκος, σε φθάνει στα όρια της παρακρούσεως, στον αντιθάλαμο της τρέλας.»
Δημοσιογράφος Α. Σαουσόπουλος
«Μια μέρα με δυνατή βροχή νομίσαμε πως μετά το προσκλητήριο θα τεντώναμε την αρίδα μας. Μα ενώ τις άλλες μέρες το προσκλητήριο τελείωνε σ’ ένα τέταρτο, τότε κράτησε πάνω από μια ώρα. Ο Ραντόμσκυ κοίταζε από το τζάμι του γραφείου του και γελούσε με τον υποδιοικητή. Η βροχή είχε μεταβληθεί σε μπόρα και μόνο όταν ξέκοψε λιγάκι τον είδαμε να κατεβαίνει. […] Φώναξε το διερμηνέα και του έδωσε μια διαταγή, που όταν μας τη μετέφρασε τα χάσαμε κυριολεκτικά. – Ο κ. Διοικητής διέταξε να ξαπλωθείτε όλοι κάτω μπρούμυτα.
»Τα λόγια του διερμηνέα πέσανε στ’ αυτιά μας σαν κεραυνός. Μα ήταν ένα γεγονός που δεν έπαιρνε συζήτηση. Ξαπλώσαμε στη λάσπη και στα νερά και οι χίλιοι διακόσιοι. Μερικοί που τα σώματά τους δεν εφάρμοζαν καλά στις λάσπες πατήθηκαν από πάνω με την αρβύλα του Ραντόμσκυ και στρώσανε.
»Επακολούθησε δεύτερο παράγγελμα πιο καταπληκτικό: Να προχωρήσουμε με την κοιλιά σβαρνιστά και να φέρνουμε γύρω το προαύλιο. Η βροχή συνεχιζόταν με την ίδια ένταση. Πάνω από δυο ώρες συρθήκαμε έτσι φίδια μέσα στη λάσπη και τα νερά. Όποιος έμενε πίσω από τους άλλους είχε να κάμει με το βούρδουλα του Ραντόμσκυ και τα σκυλιά του… Αφού φέραμε τρεις βόλτες στο προαύλιο σβαρνιστά, μας έδωσε διαταγή να σηκωθούμε και να ξανασυνταχθούμε. Πήρε πάλι αναφορά και χωρίς να γυρίσει να μας δει έφυγε. Εμείς μείναμε σύξυλοι μέσα στη βροχή… Μετά ένα τέταρτο «ηυδόκησε» να μας παραγγείλει με το σωφέρ του ότι είμαστε ελεύθεροι.
»Αυτό ήταν το «φίδι», όπως επικράτησε να το λέμε στο Χαϊδάρι. Ποινή που την κάναμε πολλές φορές όταν έβρεχε ή έπεφτε χιόνι».
Δημοσιογράφος Ν. Ραμαντάνης

«Το βράδυ μετά το συσσίτιο, αφού μας έβαλε η κ. Κούλα (βοηθός της στρατοπεδαρχίνας κ. Π. Τσιριμώκου) να προσευχηθούμε, δεήσεις κλπ., όρθιες όπως είμασταν, ακούω το: «Τη Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια…». Συγκλονίστηκα και με δάκρυα στα μάτια, μ’ όση δύναμη είχα, άρχισα να ψάλλω μαζί με τις άλλες γυναίκες. Λυτό επαναλαμβανόταν κάθε βράδυ. Ήταν μια από τις ωραιότερες στιγμές του Στρατοπέδου. Εκεί κοντά που στεκόμουν με φώναξε μια πολύ συμπαθητική και πονεμένη γυναίκα, έκανε τόπο να ξαπλώσω δίπλα της. Δεν προλάβαμε να κοιμηθούμε, όταν ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του θαλάμου και μπαίνει ένας Γερμανός με το όπλο. Ήλθε κατευθείαν εμπρός μας, την τραβά από δίπλα μου και την παίρνει μαζί του. Γύρισε και πήρε ένα μαξιλαράκι. Ήταν του παιδιού της, όπως είπε. Την άλλη μέρα μάθαμε ότι την εκτέλεσαν. […] Το περιστατικό αυτό με συγκλόνισε.»
Δημόσιος υπάλληλος Αλίκη Σχοινά
*Όλες οι παραπάνω μαρτυρίες προέρχονται από το βιβλίο του Αντώνη Φλούντζη Χαϊδάρι, κάστρο και βωμός της Εθνικής Αντίστασης, Β΄ έκδοση, 1986.

Στο Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου κρατούνταν και πολλοί Εβραίοι. Μία εξ αυτών, η Λόλα Άντζελ, ανέφερε αρκετά χρόνια αργότερα στα πλαίσια του προγράμματος Istorima:
«Από τη συναγωγή μάς πήγανε με φορτηγά στο Χαϊδάρι. Το Χαϊδάρι ήταν τότε ένας στρατώνας. Μας είχανε σε έναν όροφο – δεν είχε ούτε κρεβάτια ούτε τίποτα. Το πάτωμα μόνο, καθόμασταν χάμω, κοιμόμασταν χάμω, φαγητό έστελνε ο Ερυθρός Σταυρός. Εκεί στο Χαϊδάρι ήτανε πολλές εθνικότητες: ήτανε οι Ισπανοί που ήταν σαν κι εμάς, Αργεντίνοι, πολλοί Έλληνες Εβραίοι, με ελληνικές υπηκοότητες, Τούρκοι Εβραίοι. Είχα μια ξαδέρφη, με την οποία παίζαμε πολύ γιατί ήμασταν συνομήλικες, είχε τουρκική υπηκοότητα. Αυτούς η Τουρκία, με αντίτιμο, την πληρώσανε και τους πήρε στην Τουρκία. Τους έβγαλε από το Χαϊδάρι και έτσι σωθήκανε».
Οι διακόσιοι φεύγουν για Καισαριανή – Πρωτομαγιά του 1944
Οι διακόσιοι της Καισαριανής ξεκίνησαν από το Στρατόπεδο του Χαϊδαρίου για να πάνε στον τόπο της εκτέλεσής τους. Ο Ζήσης Ζωγράφος διηγείται* την φοβερή σκηνή του αποχαιρετισμού:
«Τώρα τους παρακολουθούμε από μακριά. Γελούν και τραγουδούν. Έχουν στήσει εδώ στη μέση του στρατόπεδου των Ες-Ες χορό. Χωριστά οι γέροι. Μπροστά ο Μακέδος, τιμημένος καπνεργάτης της Καβάλας. Χωριστά οι νέοι. Μπροστά ο Μανασής (Παπαδόπουλος). Κι έπειτα ενώνονται πάλι όλοι μαζί για να βγει απ’ τ’ αντριωμένα τους στήθια μ’ όλη τους τη δύναμη το αθάνατο τραγούδι: Ακροναυπλία, Ακροναυπλία,Πίστη, Ελπίδα, Πειθαρχία […]
Δεν μπορούμε να τους αντικρύσουμε. Η καρδιά μας ματώνει. Τα μάτια βουρκώνουν. Οι λυγμοί πάνε να πνίξουν τη φωνή όλων εμάς που μείναμε. Μα όχι. Κάνουμε ύστατη προσπάθεια. Ούτε ένα δάκρυ να μην αφήσουμε να κυλήσει. Ξεθυμαίνει έτσι το μίσος και η δίψα για εκδίκηση σβήνει. Ας στεγνώσουν στα μάτια τα δάκρυα. Ας γίνουν φλόγα που μας καίει τα σωθικά και μέρα και νύχτα. Να μην ξεχάσουμε ποτέ την ώρα τούτη, ποτέ όσο ζούμε.

Τα αυτοκίνητα που θα τους πάρουν φάνηκαν στη στροφή του δρόμου. Βαριά οπλισμένοι στρατιώτες παρατάχθηκαν στην πόρτα. Άρχισαν να μπαίνουν μέσα. Ύστατη στιγμή! Ο Ανέστης (Λαζαρίδης) ανεβαίνει σ’ ένα πεζούλι. Με τη δυνατή φωνή του δίνει το παράγγελμα: Προσοχή! Οι Γερμανοί δεν τολμούν να εμποδίσουν. Βγάζουν όλοι τα καπέλα τους. Σιγή νεκροταφείου. Καμιά ιεροτελεστία δεν έγινε με τόση κατάνυξη. Τραγουδούν: Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή… Ποτέ ο χαιρετισμός της Λευτεριάς δεν αντιλάλησε στις πολιτείες και τα χωριά, τα βουνά και τα φαράγγια της Ελλάδας πιο συγκινητικά, πιο ειλικρινά, πιο αντρειωμένα… Τώρα είναι έτοιμοι. Είκοσι-είκοσι προχωρούν. […] Πετάν τα καπέλα τους στον αέρα. Βαδίζουνε με σταθερό βήμα. Φωνάζουν “Ζήτω η Λευτεριά” και χάνονται μεσ’ το κλειστό αυτοκίνητο. Έφυγαν!»

*Η μαρτυρία προέρχεται από το βιβλίο του Αντώνη Φλούντζη Χαϊδάρι, κάστρο και βωμός της Εθνικής Αντίστασης, Β΄ έκδοση, 1986.
Προσκαλούμε όποιον επισκέπτη του site γνωρίζει τέτοιες ιστορίες που δεν έχουν έρθει ακόμα στο φως να έρθει σε επαφή μαζί μας, ώστε να αναδείξουμε την προσφορά τους και να αποδώσουμε τον φόρο τιμής που αναλογεί σε αυτούς τους αφανείς ήρωες.
Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε με τρόπο ουσιαστικό και βαθύ τι έκανε τους διακόσιους της Καισαριανής να στέκονται μπροστά στον θάνατο με τόση αξιοπρέπεια που μας κάνει σήμερα να μένουμε άφωνοι.
- Στείλτε μας τις δικές σας Μαρτυρίες, εδώ: martyries@epolitical.gr












