Τα βαθιά νερά στα οποία βρίσκονται μόνιμα το τελευταίο διάστημα οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν αφορούν μόνο τις δυσκολίες της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν σε μερικές εβδομάδες στην Άγκυρα, αλλά και τις πιθανές νέες δοκιμασίες επί του πεδίου, τόσο γύρω από τις θαλάσσιες ζώνες των δύο χωρών και την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, όσο και με πιθανές εξελίξεις στην Κύπρο.
Το κρίσιμο τεστ στη θάλασσα, όπως γράφει ο Γιώργος Φιντικάκης στην εφημερίδα «Political», συνδέεται τόσο με τη σωστή «ανάγνωση» των δύο NAVTEX αορίστου διάρκειας που εξέδωσε προ ημερών η Άγκυρα, όσο και με την επαναφορά των σεναρίων σύνδεσης της Τουρκίας με τα Κατεχόμενα. Στο πρώτο ερώτημα, κατά πόσο οι δύο παραπάνω NAVTEX συνιστούν κάποια «σκλήρυνση» της τουρκικής πολιτικής στο Αιγαίο ή εντάσσονται στη λογική της γενικής διακήρυξης των γνωστών της θέσεων, όπως η συνεχιζόμενη χρήση του μηχανισμού για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας προκειμένου να προβάλει καταχρηστικά τις παράνομες διεκδικήσεις της, δεν θα αργήσει να φανεί.
Καταρχήν, γιατί μέσα στον Φεβρουάριο, αναμένεται -σύμφωνα με τις πληροφορίες- να επανεκκινήσει εργασίες το πλοίο ΟCEAN LINK που κάνει πόντιση καλωδίου οπτικής ίνας στο Αιγαίο και το οποίο προ μερικών εβδομάδων τουρκική φρεγάτα είχε καλέσει (διαδικασία hailing) να απομακρυνθεί από την περιοχή μεταξύ Αστυπάλαιας και Αμοργού.
Και κατά δεύτερο, γιατί ακολουθούν εντός του έτους οι έρευνες για την πόντιση των καλωδίων ηλεκτρικής διασύνδεσης του ΑΔΜΗΕ στο Βόρειο Αιγαίο και τα Δωδεκάνησα, όπου μένει να φανεί κατά πόσο θα επαναληφθούν όσα είχαν συμβεί τον Οκτώβριο του 2024, με αφορμή έρευνες του πλοίου «Αιγαίο» που εκτελούσε εργασίες πόντισης καλωδίου στο Αν. Αιγαίο, πάλι για λογαριασμό του Διαχειριστή.
Τότε, ο σταθμός της Σμύρνης είχε εκδόσει NAVTEX, ισχυριζόμενος ότι μέρος της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ Χίου και Λέσβου όπου γίνονταν οι έρευνες είναι τουρκική υφαλοκρηπίδα και, επομένως, ο συντονισμός των εργασιών ανήκει στις αρμόδιες τουρκικές αρχές. Δηλαδή ότι η αρμοδιότητα έκδοσης ΝAVTEX ήταν τουρκική.
Επαναφέρει τη σύνδεση με τα Κατεχόμενα
Σε αυτό το «πονηρό» μομέντουμ για τα Ελληνοτουρκικά δεν περνά απαρατήρητη η προ ημερών τοποθέτηση του «πρωθυπουργού» του ψευδοκράτους Ουνάλ Ουστέλ, που ξαναέβαλε στο τραπέζι τη συζήτηση για την ηλεκτρική διασύνδεση της Τουρκίας με τα Κατεχόμενα, έργο μικρότερου προφανώς μήκους και κόστους από το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου.
Σε δηλώσεις του σε Τούρκους δημοσιογράφους που μεταφέρει το πρακτορείο Anadolou (https://www.aa.com.tr/tr/dunya/kktc-basbakani-ustel-butun-engelleri-anavatanimiz-turkiye-cumhuriyetinin-buyuk-destekleriyle-asiyoruz/3809480), το έργο των 85 χλμ και κόστους 400 εκατ. ευρώ ωριμάζει (έχει ολοκληρωθεί η μελέτη σκοπιμότητας), έχει ανατεθεί στον γνωστό τουρκικό όμιλο Aksa Energy και όπως είπε, θα προταθεί στην Κομισιόν ως εναλλακτική και μάλιστα καλύτερη λύση από τον Great Sea interconnector (GSI), με επιδίωξη τη διεκδίκηση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Επεσήμανε επιπλέον ότι το ψευδοκράτος αναμένει εδώ και ενάμισι χρόνο την έγκριση του ENTSO-E, του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου των Διαχειριστών Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, υπονοώντας προφανώς ότι επιδιώκει να ενταχθεί η σύνδεση με τα Κατεχόμενα στο 10ετές πρόγραμμα ανάπτυξης του φορέα, το στρατηγικό σχέδιο που εκπονείται κάθε διετία.
Τέλος, κατηγόρησε την Αθήνα και τη Λευκωσία ότι το μπλοκάρουν, προσθέτοντας ότι μετά το εξάμηνο της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ, το ψευδοκράτος θα επανέλθει στο θέμα, χωρίς να αποκλείει την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, εάν το έργο δεν προχωρήσει.
Είναι προφανές ότι τα επιχειρήματα Ουστέλ ελάχιστη τύχη έχουν να βρουν ευήκοα ώτα στα ευρωπαϊκά όργανα. Το ψευδοκράτος δεν έχει νομική υπόσταση, ούτε έχει αναγνωριστεί από άλλο κράτος πέραν της Τουρκίας, η οποία κάνει ό,τι μπορεί τα τελευταία χρόνια -χωρίς επιτυχία- προκειμένου το έργο να αποσπάσει την ευρωπαϊκή σφραγίδα.
Η τουρκική, ωστόσο, επιδίωξη στηρίζεται στη συλλογιστική ότι όσο επαναφέρει στη συζήτηση το συγκεκριμένο σχέδιο, τόσο συντηρεί ζωντανές τις πιθανότητες να δημιουργήσει τετελεσμένα και «ψήγματα» έμμεσης αναγνώρισης της κυβέρνησης στα Κατεχόμενα, εκμεταλλευόμενη κάθε πιθανή ευκαιρία για να προωθήσει τις επιδιώξεις της.
Τέτοια είναι προφανώς και η παρούσα, όπου η διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου συνεχίζει να αγνοείται και ενώ Αθήνα και Λευκωσία έχουν δεσμευτεί ότι θα αναθέσουν σε ξένο οίκο τη μελέτη για επικαιροποίηση των στοιχείων του έργου (με το επιχείρημα ότι υπάρχει επενδυτικό ενδιαφέρον), κάτι που σημαίνει ότι αυτή θα παραδοθεί στις δύο πλευρές όχι νωρίτερα από τα τέλη του 2026.
Στην πράξη, η τουρκική συλλογιστική ποντάρει στο ενδεχόμενο ότι αν «τρέξει» γρήγορα η σχετικά εύκολη διασύνδεση με τα Κατεχόμενα, τότε η ΕΕ, που μιλά κατ’ επανάληψη για την ανάγκη άρσης της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου, ίσως να τη δει ως μια πιθανή εναλλακτική.












