Τα περιστατικά βίας με πρωταγωνιστές ανηλίκους αποτελούν τα τελευταία χρόνια μια από τις πιο ανησυχητικές κοινωνικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Ξυλοδαρμοί μεταξύ εφήβων, επιθέσεις με αιχμηρά αντικείμενα, ομαδικές συμπλοκές σε γειτονιές και σχολεία, αλλά και σοβαρά περιστατικά διαδικτυακής βίας, συνθέτουν ένα φαινόμενο που δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί ως μεμονωμένη «παρέκκλιση». Και οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Φώτη Σιούμπουρα για την εφημερίδα «Political», συνεχόμενα και σοκαριστικά τα περιστατικά βίας ανηλίκων τον τελευταίο καιρό: βιαιοπραγία και τραυματισμός με μαχαίρι 14χρονης από 16χρονη συμμαθήτριά της μέσα στο σχολείο, εκβιασμός 14χρονου σε βάρος 12χρονου, σύλληψη 16χρονου, γιου βουλευτή, μετά από καταδίωξη, ο οποίος οδηγούσε χωρίς δίπλωμα και έχοντας μέσα στο ΙΧ άλλους πέντε συμμαθητές του, ένας εκ των οποίων κατείχε μαχαίρι.
Άγριοι ξυλοδαρμοί και απειλές
Επίσης, 17χρονος επιτέθηκε απρόκλητα σε 16χρονο, χτυπώντας τον επανειλημμένα στο πρόσωπο και στο σώμα. Μέσα στο προαύλιο σχολείου 17χρονος χτύπησε άγρια 15χρονο με γροθιές και κλοτσιές, μπροστά σε άλλους μαθητές. Και εκβιασμοί και επικίνδυνα «παιχνίδια» μέσω διαδικτύου. Η βία μεταξύ ανηλίκων, βάσει στοιχείων της ΕΛΑΣ, δεν αφορά σήμερα μόνο «περιθωριακές» ομάδες, αλλά διατρέχει οριζόντια την κοινωνία, σε όλες τις πόλεις της χώρας, αγγίζοντας οικογένειες κάθε κοινωνικού και πολιτικού προφίλ.
Σύμφωνα με τα ετήσια δελτία της ΕΛΑΣ, η παραβατικότητα ανηλίκων παρουσιάζει αυξητικές τάσεις σε ορισμένες μορφές βίας, κυρίως μετά την πανδημία. Μέχρι τον περασμένο Σεπτέμβριο περισσότεροι από 9.000 ανήλικοι είχαν εμπλακεί σε σοβαρά περιστατικά βίας/παραβατικότητας, με γιγαντιαία αύξηση σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Με βάση δε τα στοιχεία πανεπιστημιακής έρευνας σε πανελλαδικό επίπεδο, ένα στα τρία παιδιά στην Ελλάδα πέφτει θύμα σχολικού εκφοβισμού, ενώ ένα στα έξι αισθάνεται ότι το σχολικό περιβάλλον δεν τα μαθαίνει να μην εκφοβίζουν τους συμμαθητές τους.
5.000 στα Επείγοντα κάθε χρόνο με τραυματισμούς
Ανησυχητική είναι η εικόνα που προκύπτει και από τα νοσοκομεία. Το υπουργείο Υγείας εκτιμά ότι κάθε χρόνο προσέρχονται στα επείγοντα με τραυματισμούς που σχετίζονται άμεσα με επεισόδια βίας 4.000 έως 5.000 ανήλικοι, εκ των οποίων περίπου 800 σχετίζονται με βία εντός σχολείων. Ορισμένα παιδιά έχουν νοσηλευτεί σε ΜΕΘ, ενώ, σύμφωνα με την ΠΟΕΔΗΝ, έχουν καταγραφεί ακόμη και θάνατοι μετά από τέτοια περιστατικά. Πρόκειται για χτυπήματα από συμπλοκές, κακώσεις κεφαλής, τραύματα από μαχαίρια ή άλλα αντικείμενα, αλλά και ψυχοσωματικά συμπτώματα που συνδέονται με χρόνιο εκφοβισμό.
Αστυνομική πηγή επισήμανε στην «Political» ότι τα νοσοκομειακά δεδομένα αποκαλύπτουν μόνο την «κορυφή του παγόβουνου», καθώς δεν περιλαμβάνουν περιστατικά που αντιμετωπίζονται στο σπίτι ή αποσιωπώνται από τις οικογένειες λόγω φόβου ή κοινωνικού στιγματισμού.
Κατά τις εκτιμήσεις αξιωματούχων της ΕΛΑΣ, η βία μεταξύ ανηλίκων έχει αλλάξει μορφή. Ενώ στο παρελθόν κυριαρχούσαν οι μικροκλοπές και οι αψιμαχίες, τα τελευταία χρόνια καταγράφεται αύξηση της ωμής και οργανωμένης βίας, με ομάδες εφήβων να επιτίθενται σε συνομηλίκους τους, συχνά βιντεοσκοπώντας τις επιθέσεις.
Η χρήση μαχαιριών ή άλλων επικίνδυνων αντικειμένων, αν και παραμένει μειοψηφική, έχει αυξηθεί ανησυχητικά, ενώ η διάχυση των περιστατικών μέσω των κοινωνικών δικτύων λειτουργεί πολλαπλασιαστικά, ενισχύοντας τη μίμηση και την αναζήτηση «κύρους» μέσα από τη βία.
Ληστείες, εκβιασμοί, βιασμοί και σοβαρές σωματικές βλάβες
Το πρώτο ηχηρό καμπανάκι ήχησε το 2023. Στους πρώτους 9 μήνες εκείνης της χρονιάς εκτιμάται ότι περίπου 7.300 έως 7.600 ανήλικοι απασχόλησαν τις Αρχές για περιστατικά βίας και παραβατικής συμπεριφοράς. Τα περισσότερα επεισόδια αφορούσαν ξυλοδαρμούς μεταξύ συνομηλίκων, σχολικό εκφοβισμό και μικροπαραβάσεις, κυρίως εντός σχολικών μονάδων. Παρά τη σοβαρότητά τους, η κυρίαρχη αίσθηση τότε ήταν ότι επρόκειτο για μεμονωμένες εξάρσεις. Έκτοτε η εικόνα αυτή άλλαξε αισθητά. Η βία άρχισε να αποκτά πιο σύνθετα χαρακτηριστικά, με περισσότερες ομαδικές συμπλοκές, μεταφορά των επεισοδίων εκτός σχολικών αυλών και τις πρώτες αναφορές για χρήση αιχμηρών αντικειμένων.
Ανησυχητική καμπή
Η φετινή χρονιά όμως σηματοδότησε την πιο ανησυχητική καμπή, με τα στοιχεία να δείχνουν ότι τα περιστατικά βίας όχι μόνο δείχνουν σημαντική αύξηση, αλλά και παρουσιάζουν διαφοροποίηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών τους. Ανώτερος αξιωματικός του Εγκληματολογικού της ΕΛΑΣ επισημαίνει ότι «τα τελευταία χρόνια έχουμε άλλου είδους εγκλήματα: Ληστείες, εκβιασμούς, βιασμούς, σοβαρές σωματικές βλάβες. Υπάρχουν συμμορίες, πλέον, ανηλίκων. Δεν κατανοούν όμως οι ανήλικοι δράστες τη βαρύτητα, γιατί ο σκοπός τους είναι να εντυπωσιάσουν τους συνομηλίκους, τους φίλους τους. Βλέπουμε μια διαφοροποίηση στην ποιότητα των περιστατικών βίας μεταξύ των ανηλίκων. Είναι πιο σκληρές οι πράξεις. Εμπεριέχουν περισσότερη βία. Μάλιστα αυξήθηκε σημαντικά τελευταία ο αριθμός των κοριτσιών που όχι μόνο συμμετέχουν, αλλά και πρωταγωνιστούν σε περιστατικά βίας».
Στην πλειοψηφία τους αγόρια
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα πανελλήνιας έρευνας του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγιεινής, οι έφηβοι που συμμετείχαν σε βίαια επεισόδια είναι στην πλειοψηφία τους αγόρια, που ανήκουν σε «αναδομημένες οικογένειες», ασκούνται συχνά σωματικά, καταναλώνουν ενεργειακά ποτά, κοιμούνται λιγότερο, καπνίζουν ή έχουν κάνει χρήση κάνναβης, το έχουν σκάσει από το σπίτι και μερικά έχουν κάνει απόπειρα αυτοκτονίας. Στο προφίλ των εφήβων αυτών τείνουν επίσης να υπάρχουν το άγχος, η κοπάνα από το σχολείο, η χαμηλή υποστήριξη από το φιλικό περιβάλλον και η άποψη ότι η περίοδος της Covid-19 είχε αρνητικό αντίκτυπο στη ζωή τους.
Οι 4 παράγοντες που οδηγούν στην αύξηση του bullying
Ποια όμως είναι τα αίτια αυτής της έξαρσης των κρουσμάτων βίας μεταξύ ανηλίκων; Οι επιστήμονες, βασιζόμενοι σε στοιχεία πανεπιστημιακών ερευνών, τα εντοπίζουν σε τέσσερις παράγοντες, στους οποίους σταδιακά έχουν επέλθει διαφοροποιήσεις: οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, διαδίκτυο και περίοδος Covid-19.
«Το οικογενειακό περιβάλλον λειτουργεί ως κρίσιμος παράγοντας», επισημαίνει η ψυχολόγος Ελένη Παλαιοκαστρίτη και συνεχίζει τονίζοντας πως «μειωμένη επίβλεψη, ασυνεπείς ή ανύπαρκτοι κανόνες πειθαρχίας, χαμηλή συναισθηματική σύνδεση γονέων-παιδιών, ενδοοικογενειακή βία, ανεργία και χαμηλό μορφωτικό και κοινωνικοοικονομικό επίπεδο συνδέονται άμεσα με την παραβατικότητα ανηλίκων».
«Επιπλέον, ψυχικές διαταραχές των γονέων ή η δική τους εξάρτηση από ουσίες μπορούν να δημιουργήσουν ένα υπόστρωμα παραμέλησης και επιθετικότητας, μέσα στο οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά. Σήμερα οι γονείς δουλεύουν περισσότερο, διαθέτουν λιγότερο χρόνο για τα παιδιά τους και δυσκολεύονται να επιβάλουν σταθερούς κανόνες και όρια. Την ίδια στιγμή, η χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών κάνει την εμφάνισή της ήδη από τα 13-14 έτη, σε ένα περιβάλλον όπου η πρόσβαση σε αλκοόλ και ουσίες είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη», καταλήγει η ψυχολόγος.
Κρίση αξιών της ελληνικής κοινωνίας
Στο σχολείο, η κατάσταση αποτυπώνεται κυρίως μέσω της αύξησης του bullying. Οι μελέτες δείχνουν μια ανησυχητική διάσταση απόψεων μεταξύ καθηγητών και μαθητών ως προς το πόσο και πώς παρεμβαίνουν οι εκπαιδευτικοί σε περιστατικά εκφοβισμού, με τους μαθητές να αισθάνονται συχνά απροστάτευτοι. Η ελλιπής επιτήρηση στο σχολικό προαύλιο και στους κοινόχρηστους χώρους αφήνει χώρο σε ομάδες ανηλίκων να αναπτύσσουν βίαιες συμπεριφορές χωρίς έλεγχο.
«Οι έφηβοι αναπαράγουν επιθετικές συμπεριφορές»
Ο καθηγητής Ψυχολογίας Ανδρέας Λεπενιώτης λέει στην «P»: «Η βία των ανηλίκων δεν είναι απλά αυξημένη -έχει μεταλλαχθεί. Σε ένα περιβάλλον όπου η ψηφιακή και η πραγματική ζωή διαπλέκονται, οι έφηβοι μαθαίνουν συμπεριφορές όχι μόνο από τις παρέες τους αλλά και από τα ψηφιακά μέσα»
Στην κρίση αξιών (συνεπεία πολλών παραγόντων) που περνά η ελληνική κοινωνία και στον επηρεασμό της στη βίαιη συμπεριφορά των παιδιών αναφέρεται ο δρ Θάνος Ασκητής: «Χαρακτηριστικό αυτής της ηλικιακής περιόδου είναι η ανάγκη να προσδιορίσουν την ταυτότητά τους και να ανήκουν κάπου. Όταν, λοιπόν, οι σχέσεις με τους γονείς είναι φτωχές, απόμακρες ή και συγκρουσιακές, οι έφηβοι ενδέχεται να χάσουν τον προσανατολισμό τους και να αναζητήσουν τη λύση ακόμα και στη χρήση ουσιών, όπως αλκοόλ ή χασίς, μέσω της οποίας μπορεί να αισθάνονται ότι αποκόπτονται από τη γονεϊκή επιρροή και ταυτίζονται με τους συνομηλίκους».
«Έλλειψη επικοινωνίας και οριοθέτηση»
Στη συνέχεια ο κ. Ασκητής αναφέρει: «Η πανδημία της Covid-19 ανέδειξε τις παθογένειες που υπήρχαν και έφερε ανασφάλεια, μειωμένη ανοχή στη δυσφορία και θυμό στους κόλπους της οικογένειας. Αυτό έχει ως απόρροια την έλλειψη επικοινωνίας και οριοθέτησης ακόμα και την παραμέληση των παιδιών από τους γονείς. Επιπλέον, δεν είναι λίγες οι φορές που η βίαιη συμπεριφορά των παιδιών αποτελεί αντανάκλαση της βίας που μπορεί να υφίστανται τα ίδια ή κάποιο άλλο μέλος της οικογένειάς τους».
Τέλος ο κ. Ασκητής τονίζει πως «το σχολείο είναι ένας τομέας που έχει δεχτεί πλήγμα λόγω του κορονοϊού, με τις συνθήκες καραντίνας που επιβλήθηκαν. Σαν αποτέλεσμα, τα παιδιά κλείστηκαν στο σπίτι, αποκόπηκαν και από τους φίλους αλλά και από την επιρροή των εκπαιδευτικών, εστιάζοντας το ενδιαφέρον τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε ηλεκτρονικά παιχνίδια, που ενίοτε αναπαράγουν τη βία, σαν τρόπο εκτόνωσης και έκφρασης».
Ψηφιακός κόσμος και βίαια παιχνίδια
Στο επίκεντρο των επιστημόνων που ασχολούνται με περιστατικά βίας μεταξύ ανηλίκων βρίσκεται και ο ρόλος του ψηφιακού περιβάλλοντος. Στοιχεία που περιλαμβάνονται σε έρευνα της Ελληνικής Ψυχολογικής Εταιρείας καταδεικνύουν μια συσχέτιση ανάμεσα στην παρακολούθηση/συμμετοχή σε βίαια ηλεκτρονικά παιχνίδια και σε αυξημένα επίπεδα θυμού και επιθετικότητας σε εφήβους.
«Η διαδικτυακή βία δεν λειτουργεί απλώς συμπληρωματικά στην “πραγματική” βία, αλλά δημιουργεί επιπλέον περιβάλλοντα, όπου οι έφηβοι βιώνουν, παρατηρούν και πολλές φορές αναπαράγουν επιθετικές συμπεριφορές». Σημειώνεται δε ότι η συστηματική ενασχόληση με βίαια παιχνίδια «μπορεί να συνδέεται με αυξημένα επίπεδα επιθετικότητας, μειωμένη ενσυναίσθηση και ανοχή στη βία».
Στην ίδια έρευνα τονίζεται ότι «τα βίαια παιχνίδια από μόνα τους δεν “γεννούν” εγκληματική συμπεριφορά, αλλά λειτουργούν επιβαρυντικά όταν συνδυάζονται με οικογενειακά προβλήματα, σχολικό αποκλεισμό, ψυχικές δυσκολίες και κοινωνικές ανισότητες».
Ο καθηγητής Ψυχολογίας Ανδρέας Λεπενιώτης, στηριζόμενος σε στοιχεία έρευνας, τονίζει στην «Political» ότι «η βία των ανηλίκων δεν είναι απλά αυξημένη -έχει μεταλλαχθεί. Σε ένα περιβάλλον όπου η ψηφιακή και η πραγματική ζωή διαπλέκονται, οι έφηβοι μαθαίνουν συμπεριφορές όχι μόνο από τις παρέες τους αλλά και από τα ψηφιακά μέσα που καταναλώνουν καθημερινά».
Εθνική Στρατηγική
Η Πολιτεία έχει αναγνωρίσει το πρόβλημα της βίας μεταξύ ανηλίκων υιοθετώντας Εθνική Στρατηγική για την πρόληψη και αντιμετώπισή της. Τον περασμένο Μάιο μάλιστα παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μαξίμου παρουσία του πρωθυπουργού η Εθνική Στρατηγική κατά της Βίας και Παραβατικότητας Ανηλίκων για την περίοδο 2025-2030, που εισήγαγε νέα μέτρα για την προστασία και υποστήριξη των παιδιών.
Η στρατηγική περιλαμβάνει 29 πολιτικές και 69 δράσεις με 38 δείκτες παρακολούθησης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αντιμετώπιση της ενδοσχολικής βίας και του εκφοβισμού και η πρόληψη της διαδικτυακής βίας.
Παρά τα μέτρα της κυβέρνησης, τα στοιχεία της βίας ανηλίκων είναι αμείλικτα όσον αφορά την αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, η λύση μπορεί να βρίσκεται στην ενίσχυση της ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ γονέων και παιδιών, την προώθηση της ενσυναίσθησης και τη συνεργασία με την εκπαιδευτική κοινότητα. Μόνο με συλλογική προσπάθεια μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα ανακόψουμε την τάση αυτής της βίαιης συμπεριφοράς και θα χτίσουμε ένα πιο ασφαλές περιβάλλον για την ανάπτυξη των παιδιών μας.












