Έρευνα του Οργανισμού Εμπορίου και Ανάπτυξης του ΟΗΕ επιβεβαιώνει τις σοβαρές επιπτώσεις που προκαλεί η τεράστια πτώση της ναυτιλιακής κίνησης στις αγορές ενέργειας, στα ναύλα και στα ναυτιλιακά καύσιμα αλλά και στα λιπάσματα, καθώς το 1/3 του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου τους διέρχεται από το κρίσιμο πέρασμα.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δεν είναι τοπική. Όπως σημειώνει ο Γιώργος Σ. Σκορδίλης στην εφημερίδα political, απλώνεται γρήγορα από την ενέργεια στα ναύλα, από τα καύσιμα στα λιπάσματα και από εκεί στο ευρύτερο κόστος εμπορίου και παραγωγής, προκαλώντας σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις σε πολλές οικονομίες του πλανήτη με ταχύτητα και συχνά με δυσανάλογο βάρος για τις πιο ευάλωτες χώρες.
Αυτό προκύπτει από έρευνα του Οργανισμού Εμπορίου και Ανάπτυξης του ΟΗΕ (UNCTAD), στην οποία υπογραμμίζεται ότι από το πέρασμα αυτό διακινείται περίπου το 25% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου, αλλά και σημαντικές ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου, υγραερίου και λιπασμάτων.
Διέλευση 3 έως 6 πλοίων ημερησίως από 129
Με βάση τα στοιχεία της Clarksons Research μία εβδομάδα πριν από τη στρατιωτική κλιμάκωση που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026, από τα Στενά περνούσε το 38% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου αργού πετρελαίου, το 29% του υγροποιημένου πετρελαϊκού αερίου (LPG), το 19% του LNG, το 19% των διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων και το 13% των χημικών, συμπεριλαμβανομένων των λιπασμάτων. Αντίθετα, η συμμετοχή τους στο container trade και στο dry bulk, συμπεριλαμβανομένων των σιτηρών, είναι πολύ μικρότερη, στο 2,8% και 2,4% αντίστοιχα.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η στρατιωτική ένταση στην περιοχή οδήγησε σε σχεδόν πλήρη επιβράδυνση της ναυτιλιακής κίνησης. Ο μέσος ημερήσιος αριθμός διελεύσεων πλοίων μεταξύ 1 και 27 Φεβρουαρίου ήταν 129 πλοία, όμως στις αρχές Μαρτίου οι διελεύσεις κατέρρευσαν, φτάνοντας ακόμη και στα 3 έως 6 πλοία ημερησίως.
Η πρώτη αντίδραση καταγράφηκε στις αγορές ενέργειας. Η τιμή του Brent ξεπέρασε τα 90 δολάρια το βαρέλι, φτάνοντας στα 91,8 δολάρια στις 9 Μαρτίου 2026, σημειώνοντας αύξηση 27% από τις 27 Φεβρουαρίου. Την ίδια περίοδο, οι τιμές φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά ανέβηκαν ακόμη πιο έντονα. Το ολλανδικό TTF Natural Gas Futures έφτασε τα 55,8 ευρώ ανά μεγαβατώρα, με αύξηση 74% στο ίδιο διάστημα.
Αντίστοιχη πίεση καταγράφεται και στη ναυλαγορά των δεξαμενόπλοιων. Η UNCTAD σημειώνει ότι μεταξύ 27 Φεβρουαρίου και 6 Μαρτίου 2026 ο δείκτης Baltic Dirty Tanker Index (BDTI) αυξήθηκε κατά 54%, ενώ ο Clean Tanker Index (BCTI) ενισχύθηκε κατά 72%. Παράλληλα, αυξάνονται τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου και το συνολικό κόστος λειτουργίας των πλοίων.
Πίεση καταγράφεται και στα ναυτιλιακά καύσιμα. Στη Σιγκαπούρη, που είναι το μεγαλύτερο λιμάνι ανεφοδιασμού καυσίμων διεθνώς, οι τιμές bunker fuel σχεδόν διπλασιάστηκαν από τις 27 Φεβρουαρίου έως τις 9 Μαρτίου 2026. Η τιμή του καυσίμου υψηλής περιεκτικότητας σε θείο αυξήθηκε κατά 100%, ενώ του χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο κατά 99%, φτάνοντας στα 1.020 δολάρια και 874 δολάρια ανά τόνο αντίστοιχα.
Πιο εκτεθειμένες οι αναπτυσσόμενες οικονομίες
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η πιθανή επίπτωση στα λιπάσματα. Η έκθεση αναφέρει ότι περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου λιπασμάτων, δηλαδή περίπου 16 εκατ. τόνοι, περνά από τα Στενά του Ορμούζ.
Η έκθεση δίνει έμφαση και στη γεωγραφία της εξάρτησης. Σε ορισμένες χώρες, μεγάλο μέρος των θαλάσσιων εισαγωγών λιπασμάτων προέρχεται από την περιοχή του Περσικού Κόλπου. Το ποσοστό αυτό φτάνει το 54% στο Σουδάν, το 36% στη Σρι Λάνκα, το 31% στην Τανζανία, το 30% στη Σομαλία, το 27% στο Πακιστάν και το 26% στην Κένυα.
Η UNCTAD σημειώνει ακόμη ότι οι αναπτυσσόμενες οικονομίες είναι πιο εκτεθειμένες όχι μόνο λόγω ενεργειακής και εμπορικής εξάρτησης, αλλά και λόγω χρηματοδοτικού κόστους. Μετά τη στρατιωτική κλιμάκωση, οι αποδόσεις ομολόγων σε χώρες της περιοχής κινήθηκαν ανοδικά. Στις 9 Μαρτίου 2026, οι αποδόσεις είχαν φτάσει στο 7,1% στο Ιράκ, στο 7,0% στο Μπαχρέιν, στο 6,4% στην Ιορδανία και κοντά στο 5% σε χώρες όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.












