
Το πρωϊ της 8ης Ιανουαρίου 1977 στα πρωτοσέλιδα όλων των ελληνικών εφημερίδων δέσποζε ένα και μόνον θέμα: το βαπόρι που την προηγούμενη μέρα «είχε πιαστεί στην Κορινθία». Το υπό κυπριακή σημαία μότορσιπ «Γκλόρια», με τους 11 τόνους κατεργασμένου χασίς, μια ποσότητα από τις μεγαλύτερες που μέχρι τότε είχαν κατασχεθεί στα παγκόσμια χρονικά. Λίγες μέρες αργότερα θα κυκλοφορούσε «Το βαπόρι απ’ την Περσία» που «πιάστηκε στην Κορινθία, τόνοι έντεκα γεμάτο, με χασίσι μυρωδάτο…», το 45άρι σε μουσική και στίχους του Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος είχε εμπνευστεί (και έγραψε σε δίσκο) το πασίγνωστο πια τραγούδι μέσα σε μια βραδιά.

Το πλοίο «Γκλόρια» είχε αποπλεύσει από τη Βηρυτό (και όχι από την Περσία, όπως χάριν…ομοιοκαταληξίας είχε γράψει στο τραγούδι του ο Τσιτσάνης) και είχε ως προορισμό το Άμστερντάμ.

Ο άνθρωπος που στάθηκε η αιτία για να ανακαλυφθεί η τεράστια ποσότητα χασίς ήταν ο πλοίαρχος του «Γκλόρια», Νίκος Ξανθόπουλος, γνωστός και ως «κάπτεν Νικ, ο οποίος και σε συνεννόηση με τις ελληνικές αρχές, οδήγησε το πλοίο στον Ισθμό της Κορίνθου για …επισκευή. Όταν το καράβι πλεύρισε στον ισθμό της Κορίνθου και περίμενε οδηγίες για να αποπλεύσει, αποβιβάστηκαν σ αυτό άνδρες του Λιμενικού, οι οποίοι και εντόπισαν το φορτίο των ναρκωτικών, σκεπασμένο κάτω από λινάτσες. Η σύλληψη μάλιστα του πληρώματος του «Γκλόρια» ήταν επεισοδιακή, καθώς δύο Τούρκοι (τα «Μεμέτια τα καϋμένα» του τραγουδιού του Τσιτσάνη), που συνόδευαν το φορτίο, κρύφτηκαν μέσα στις καμπίνες για να αποφύγουν τη σύλληψη, με τους λιμενικούς να ρίχνουν μέσα στο σκάφος… καπνογόνα για να τους αναγκάσουν να βγουν στο κατάστρωμα. «Συνελήφθη» επίσης και ο «κάπτεν Νικ» ,Νίκος Ξανθόπουλος, ο άνθρωπος που είχε «κλείσει» τη δουλειά με τα 300 σαραντάκιλα σακιά χασίς, που φόρτωσε στο πλοίο του έξω από παραθαλάσσιο χωριό στον Λίβανο. Οι έμποροι ήταν δύο Λιβανέζοι, που συνάντησαν τον πλοίαρχο και του μίλησαν για το φορτίο, 300 σακιά χασίς, 40 κιλά το καθένα. Αν και παλιότερα είχε ασχοληθεί με το λαθρεμπόριο τσιγάρων, ο θάνατος ενός αδελφικού φίλου του το 1964 από υπερβολική δόση μορφίνης, όπως ο ίδιος μου είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή του μήνες αργότερα, τον είχαν κάνει έναν από τους πιο σφοδρούς πολέμιους των ναρκωτικών, με αποτέλεσμα να αρχίσει να συνεργάζεται με την αμερικανική Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών (DEA), δίνοντας πληροφορίες.

Σύμφωνα με όσα μου αποκάλυψε τότε πριν την παραλαβή της ποσότητας του χασίς στο Λίβανο είχε ενημερώσει τις ελληνικές Αρχές ότι θα έφερνε πολλούς τόνους «σοκολάτα» δώρο για τα Χριστούγεννα. Στην διαδρομή προς το Ρότερνταμ έγιναν δύο προσπάθειες από τις ελληνικές αρχές για «σύλληψη» του καραβιού ανοιχτά της Πελοποννήσου , αλλά απέτυχαν, λόγω θαλασσοταραχής. Το τελικό ραντεβού κανονίστηκε για τα Ίσθμια στην Κόρινθο, όπου το «Γκλόρια» περίμενε με… ανοιχτές αγκάλες όλο σχεδόν το Λιμενικό Σώμα.

Οι δυο Τούρκοι οδηγήθηκαν στις φυλακές του Ναυπλίου, (απελάθηκαν αργότερα), ενώ ο «Κάπτεν Νικ» και το πλήρωμα του, μετά τις αρχικές υποτιθέμενες συλλήψεις, αφέθηκαν ελεύθεροι και δέχτηκαν τα συγχαρητήρια του αρχηγού Υ.Ε.Ν. Παπαδόγγονα. Οι αρχές είχαν φροντίσει ούτως ώστε η σύλληψη των φορτίων να γινόταν με αληθοφανή τρόπο, ούτως ώστε να μην εκτεθεί ο Κάπταιν Νικ και έτσι, τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Το Υπουργείο Οικονομικών είχε ορίσει μάλιστα ως αμοιβή για τη μεγάλη επιτυχία 7.800.000 δρχ., από τα οποία Κάπταιν Νικ πήρε 1.500.000 δρχ. και τα υπόλοιπα μοιράστηκαν μεταξύ αξιωματικών.
Η τελευταία μεγάλη επιτυχία
Το πρωί της ίδιας μέρας ο Βασίλης Τσιτσάνης πληροφορήθηκε κι αυτός το γεγονός με τους ένδεκα τόνους χασίς και εμπνεύστηκε αμέσως την πρώτη στροφή. «Ήταν Σάββατο», θα εξομολογείτο ο Τσιτσάνης, λίγες μέρες αργότερα. «Πιάνω από δω, πιάνω από κει… Δεν μου άρεσε το τέμπο. Μετά έγραψα τη δεύτερη στροφή πίσω από ένα αγγελτήριο γάμου. Μετά μου ήρθαν στο νου οι μουσικές που γύρευα και όλα πήγαν ρολόι». Το «βαπόρι απ’ την Περσία» ήταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία του Βασίλη Τσιτσάνη. Το τραγούδι του έγινε εμπορική επιτυχία πριν καν κυκλοφορήσει σε δίσκο, αφού παρουσιαζόταν στο πάλκο του «Σκοπευτηρίου» όπου εμφανιζόταν τότε ο Τσιτσάνης με την Λιζέτα Νικολάου (δεύτερη φωνή στο δίσκο).

Λίγες ημέρες ημέρες μετά το θάνατο του Τσιτσάνη (18 Ιανουαρίου 1984) το «Βαπόρι απ’ την Περσία» επανήλθε στην επικαιρότητα για νομικούς λόγους. Ο αντιεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Σπύρος Κανίνιας το άκουσε σε μία εκπομπή της ΕΡΤ στις 26 Δεκεμβρίου 1983 και με έγγραφό του στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών στις 2 Φεβρουαρίου 1984 ζήτησε να γίνουν όλες οι «νόμιμες ενέργειες», επειδή το τραγούδι είναι κακής ποιότητος (αντιβαίνει το άρθρο 12 παρ. 2 του Συντάγματος) και παραβαίνει το άρθρο 3 παρ. 6 του ν.δ. 743/70, που τιμωρεί όποιον συντελεί με οποιοδήποτε τρόπο στη διάδοση των ναρκωτικών.
Η υπόθεση ανατέθηκε στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Δημήτριο Μαλακάση, ο οποίος διενήργησε προκαταρκτική εξέταση και στο πόρισμά του, που υποβλήθηκε στις 26 Ιουλίου 1984 στον Εισαγγελέα Εφετών της Αθήνας, ανάφερε ότι έθεσε τη δικογραφία στο αρχείο, επειδή το τραγούδι «δεν μπορεί να παρωθήσει στη χρήση και διάδοση ναρκωτικών». Στο ίδιο έγγραφο, ο εισαγγελικός λειτουργός χαρακτηρίζει το τραγούδι «από τα ατυχή του λαϊκού συνθέτη» και υποστηρίζει ότι «φρόνιμο θα είναι να μην εκπέμπεται από την τηλεόραση, γιατί τα μεταδιδόμενα από αυτή πρέπει να είναι ποιοτικής στάθμης».Το «Βαπόρι απ την Περσία» όμως εξακολουθεί και σήμερα να τραγουδιέται «απ όλους και παντού» και να γνωρίζει τεράστια επιτυχία.
Το βαπόρι απ’ την Περσία
(Στίχοι, μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης)
Το βαπόρι απ’ την Περσία
πιάστηκε στην Κορινθία
Τόννοι έντεκα γεμάτο
με χασίσι μυρωδάτο
Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια
Βρε κουρνάζε μου τελώνη
τη ζημιά ποιος τη πληρώνει
Και σ’ αυτή την ιστορία
μπήκαν τα λιμεναρχεία
Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια
Ήταν προμελετημένη
καρφωτή και λαδωμένη
Δυο μεμέτια, τα καημένα,
μεσ’ στο κόλπο ήταν μπλεγμένα
Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια












