Μια λαμπερή δημοπρασία σε μια φημισμένη γκαλερί ή ένας τοίχος σε ένα «καλό» σπίτι στα βόρεια προάστια μπορεί να κρύβουν ένα από τα πιο σκοτεινά μυστικά της τέχνης: αυτό της πλαστογραφίας ενός έργου, πχ ενός πίνακα ζωγραφικής που έχει αντιγράψει κάποιος επιτήδειος, αλλά φέρει μια βαριά υπογραφή όπως του Κωνσταντίνου Παρθένη ή του Θεόφιλου.
Η σύλληψη του Γιώργου Τσαγκαράκη και η βαρύτατη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος του, όπως σημειώνει ρεπορτάζ του Κώστα Παπαδόπουλου στην εφημερίδα «Political», με τις κατηγορίες βέβαια να μένει να αποδειχτούν στις δικαστικές αίθουσες, έπεσαν σαν κεραυνός εν αιθρία στον χώρο της τέχνης, καθώς διατηρούσε μία από τις πιο γνωστές γκαλερί στην Ελλάδα, ενώ τύγχανε και τηλεοπτικής προβολής. Δυστυχώς η Ελλάδα, με τη βαριά καλλιτεχνική της υπογραφή, αποτελεί πρόσφορο έδαφος για κυκλώματα πλαστογράφων που εκμεταλλεύονται το κενό στη νομοθεσία και την έλλειψη κεντρικού φορέα πιστοποίησης, ενώ παράλληλα για τις όποιες δικλίδες ασφαλείας υπάρχουν οι επιτήδειοι καταφέρνουν να βρίσκουν και τα ανάλογα παραθυράκια. Στις επόμενες γραμμές η «Political» θα επιχειρήσει να δείξει τη διαδρομή που ακολουθεί ένας πίνακας ζωγραφικής από τον… καμβά ενός παραχαράκτη μέχρι κάποια γκαλερί ή μια ιδιωτική συλλογή. Ένα φαινόμενο που δεν είναι νέο και πίσω από αυτό κρύβονται μια παράνομη «βιομηχανία» και ανυπολόγιστα οικονομικά κέρδη – με τη ζημιά όμως για την τέχνη να είναι και αυτή εξίσου ανυπολόγιστη.
Προσπάθησαν να πουλήσουν πλαστό Πικάσο έναντι 25 εκατ.
Για να αντιληφθεί κανείς τα οικονομικά μεγέθη, αρκεί να αναφέρουμε μία από τις πιο πρόσφατες υποθέσεις που εξιχνίασε η Ελληνική Αστυνομία μόλις τον Ιούνιο του 2025, όταν συνελήφθησαν 13 άτομα που επιχείρησαν να διαθέσουν στην αγορά έναν πλαστό πίνακα ζωγραφικής του Πάμπλο Πικάσο έναντι 20-25 εκατ. ευρώ. Στην κατοχή τους εντοπίστηκαν και άλλα παραχαραγμένα έργα τέχνης που αποδίδονταν σε Παρθένη, Θεόφιλο, Κλοντ Μονέ και Βίνσεντ Βαν Γκογκ, που είχαν βγάλει στο… σφυρί ζητώντας περί τα 100 εκατ. ευρώ. Μια ακόμη πολύ πρόσφατη υπόθεση που είχε συνταράξει τον χώρο της τέχνης ήταν τον Δεκέμβριο του 2024, με την ΕΛΑΣ να κατάσχει συνολικά 930 πλαστά έργα τέχνης, συλλαμβάνοντας τρία άτομα, για μια φάμπρικα που είχε στηθεί στη Θεσσαλονίκη και αποσκοπούσε στο εύκολο κέρδος. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι τον Ιανουάριο του 2026 είχαμε μια σημαντική αλλαγή-αυστηροποίηση του νομοθετικού κώδικα, καθώς η ποινή για κατασκευή, παραποίηση ή διακίνηση πλαστών έργων μπορεί να φτάσει πλέον και τα 10 έτη κάθειρξης, ενώ εξίσου βαριά είναι και τα χρηματικά πρόστιμα.
Η «γέννηση» ενός ψεύτικου πίνακα
Αποτελεί κοινό μυστικό για τους ανθρώπους της τέχνης ότι τα έργα που ανάγονται στη δεκαετία του ’30 έχουν ιδιαίτερη ζήτηση, για αυτό και οι τιμές τους αγγίζουν δυσθεώρητα νούμερα. Αυτό είναι κάτι βέβαια που γνωρίζουν και οι επιτήδειοι δίνοντας εντολή στους παραχαράκτες, που συνήθως εργάζονται σε κάποιο αποκομμένο από τον έξω κόσμο εργαστήριο, να ξεκινήσουν τη διαδικασία. Εντοπίζουν έναν παλιό καμβά από κάποιον φτηνό πίνακα της εποχής ώστε η υφή του υφάσματος να συμφωνεί με τη χρονολογία. Οι χρωστικές ουσίες αναμιγνύονται με ειδικά βερνίκια για να δημιουργηθεί το «craquelure» (το φυσικό ράγισμα του χρόνου), ενώ το έργο μπορεί να «ψηθεί» σε φούρνους ή να καπνιστεί για να αποκτήσει την οσμή και την όψη του παλαιού. Αμέσως μετά ο υποψήφιος πωλητής του πλαστού έργου τέχνης καλείται να κατασκευάσει μια ιστορία για αυτό, το πώς βρέθηκε στα χέρια του, αλλά ταυτόχρονα να προμηθευτεί και ένα χαλκευμένο πιστοποιητικό γνησιότητας, πχ εντοπίστηκε ξεχασμένο στη σοφίτα ενός παλαιού αρχοντικού.
Ο συλλέκτης-θύμα, ο φόβος της ντροπής και η σιωπή
Μόλις το έργο αποκτήσει ταυτότητα και ιστορία, είναι έτοιμο να… ριχτεί στη δευτερογενή αγορά, μακριά από κάποιον μεγάλο οίκο δημοπρασιών που θα το ελέγξει εξονυχιστικά και μπορεί να βρει «τι πάει λάθος», επιλέγοντας είτε κάποια μικρή δημοπρασία είτε -πολύ περισσότερο στις μέρες μας- το Διαδίκτυο.
Όσοι έχουν συμμετάσχει σε μια δημοπρασία γνωρίζουν ότι οι παλμοί και η αδρεναλίνη εκείνη τη στιγμή βρίσκονται στα ύψη λόγω της προοπτικής απόκτησης ενός σπανίου έργου τέχνης. Για αυτό και πολλές φορές η κρίση θολώνει, οι έλεγχοι δεν είναι οι προβλεπόμενοι και τα προσφερόμενα ποσά ανεβαίνουν με γεωμετρική πρόοδο. Ακόμη και αν λίγο αργότερα ο αγοραστής αντιληφθεί ότι έχει πέσει θύμα εξαπάτησης, οι επιτήδειοι έχουν εξαφανιστεί, τα χρήματά τους έχουν κάνει… φτερά και ο φόβος της ντροπής κάνει τους συλλέκτες να μην απευθύνονται στις Αρχές. Αυτό συνήθως γίνεται όταν καταφεύγουν σε κάποιο εργαστήριο που χρησιμοποιεί τις πλέον σύγχρονες τεχνικές ανάλυσης, όπως το Ελβετικό Ινστιτούτο Εικαστικών Τεχνών της Γενεύης, όπου μεταξύ άλλων γίνονται υπέρυθρες σαρώσεις, χρονολόγηση ραδιοανθράκων, φθορισμός ακτίνων Χ, φασματοσκοπία Raman κ.ά. για να αναγνωριστεί η αυθεντικότητα -άρα και η αξία, οικονομική και πολιτιστική- ενός πίνακα ζωγραφικής. Αντί επιλόγου, πρέπει να σημειώσουμε ότι κάθε αντίγραφο έργο τέχνης δεν αποτελεί πλαστογραφία όταν δεν υπάρχει εξαπάτηση ή παραχάραξη στοιχείων αλήθειας. Αντιθέτως πλαστογραφία, που, όπως αναφέραμε, διώκεται νομικά, είναι όταν οι επιτήδειοι διακινούν ως γνήσιο ή πρωτότυπο κάτι που δεν είναι με σκοπό οικονομικά και άλλα οφέλη.
Ο γκουρού της τέχνης Τάκης Μαυρωτάς μιλά στην «Ρolitical»
«Το ζήτημα των πλαστών έργων τέχνης δεν είναι κάτι νέο. Είναι κάτι που ταλανίζει την Ελλάδα εδώ και δεκαετίες και πιο αναλυτικά απ’ τη δεκαετία του ’60», δηλώνει στην «Political» ο Τάκης Μαυρωτάς, ο οποίος δικαίως έχει κερδίσει τον τίτλο του «γκουρού της τέχνης». Σε ερώτημα για το πώς κινούνται οι επιτήδειοι, ο βραβευμένος από την Ακαδημία Αθηνών επιμελητής και κριτικός τέχνης απαντά: «Όποιος κατέχει ένα πλαστό έργο τέχνης και θέλει να το διαθέσει θα βρει τον τρόπο να το κάνει. Από εκεί και πέρα, είναι ζήτημα εμπειρίας του υποψήφιου αγοραστή -είτε μιλάμε για ιδιώτη συλλέκτη είτε για κάποιον οίκο- να μπορέσει να αντιληφθεί την πλαστότητα του έργου». Συνεχίζοντας, ο κ. Μαυρωτάς εξηγεί ακόμη ότι «η γενιά των καλλιτεχνών της δεκαετίας του ’30, όπως ο Κωνσταντίνος Παρθένης και ο Κωνσταντίνος Μαλέας, ήταν η πρώτη που άγγιξε πάρα πολύ το φαινόμενο της αντιγραφής και διακίνησης στη δευτερογενή αγορά των έργων τους. Μετέπειτα είδα αυτό να συμβαίνει και με άλλους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους, όπως ο Νικόλαος Γύζης, ο Κωνσταντίνος Βολανάκης, ο Γιάννης Τσαρούχης και ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας».
Έχοντας διοργανώσει ορισμένες από τις κορυφαίες εκθέσεις ζωγραφικής στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ο Τάκης Μαυρωτάς χαρακτηρίζει τη διακίνηση πλαστών έργων τέχνης ως «μια σκοτεινή ιστορία διεθνώς. Ο απατεώνας, που διαθέτει έναν πλαστό πίνακα και αποσκοπεί στο εύκολο κέρδος, θα βρει τρόπο να το ρίξει στην αγορά. Για αυτό και είναι πολύ σημαντικό ο υποψήφιος αγοραστής να επιλέγει μια σοβαρή, μια αξιόπιστη γκαλερί». Σε ερώτημα για το αν υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας, ο διευθυντής Εικαστικού Προγράμματος του Ιδρύματος Εικαστικών Τεχνών και Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη απαντά ότι «υπάρχουν δικλίδες, αλλά υπάρχουν και κόλπα που χρησιμοποιούν οι απατεώνες. Ένα από τα πιο γνωστά είναι η προσκόμιση ενός πλαστού πιστοποιητικού γνησιότητας από εκτιμητή έργων τέχνης που δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή, άρα δεν μπορεί και να το αμφισβητήσει».
Τέλος, μέσω της «Political» στέλνει το δικό του μήνυμα στους υποψήφιους αγοραστές έργων τέχνης: «Ο κάθε φιλότεχνος οφείλει να είναι προσεκτικός σε αυτό που του παρουσιάζεται. Να εξετάζει κάθε διαθέσιμο στοιχείο. Η τέχνη είναι το καταφύγιό μας και τα έργα πρέπει να αγοράζονται με αγάπη και προσοχή».












