Ξημέρωνε 1η Μαΐου 1944. Στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου η νύχτα είχε μείνει άυπνη. Το βράδυ της 30ής Απριλίου λίγοι κοιμήθηκαν. Στις παράγκες ακούγονταν χαμηλές φωνές, συζητήσεις, μισά τραγούδια. Όχι κραυγές. Όχι πανικός. Μια παράξενη ηρεμία. Στην παράγκα 3 κάποιος ψιθύριζε έναν μελωδικό σκοπό. Κανείς δεν τον σταμάτησε. Νεαρός κρατούμενους έσκισε ένα πακέτο τσιγάρων. Άλλος έβγαλε ένα μαντίλι και άλλος κομμάτι από τσαλακωμένο χαρτί. Η ανάγκη να γραφτεί κάτι ήταν πιο δυνατή από τον φόβο.
«Πατερούλη μου, πάω για εκτέλεση. Να ’σαι περήφανος για τον γιο σου», έγραψε ο νεαρός εργάτης. «Πεθαίνω για την Ελλάδα, πεθαίνω για τη λευτεριά», έγραψε άλλο παλικάρι. Παντρεμένος στη γυναίκα του: «Μη λυπάσαι. Να μεγαλώσεις τα παιδιά μας ελεύθερα». Και άλλος στον αδελφό του: «Αδελφέ μου, κράτα γερά. Η Ελλάδα θα ζήσει».
Οι λέξεις, όπως γράφει ο Φώτης Σιούμπουρας στην εφημερίδα «Political» απλές. Καμία ρητορεία. Καμία υπερβολή. Μόνο μια προσπάθεια να προστατευτούν οι ζωντανοί από τον πόνο.
«Πάμε όλοι μαζί»
Λίγο πριν από το πρώτο φως άνοιξε η πόρτα της φυλακής στο Χαϊδάρι. Έβγαλαν από τα κελιά 200 αντιστασιακούς, όσων τα ονόματα είχαν κληρωθεί «προς εκτέλεση»… Άρχισαν να τα διαβάζουν: Σουκατζίδης Ναπολέων, Μπατζελάς Ιωάννης, Καραγιαννίδης Σταύρος, Κοτζαμάνης Δημήτριος, Λαμπρόπουλος Παναγιώτης, Ζαμπέτας Γεώργιος, Παπαδημητρίου Δημήτριος… Ο ήχος των ονομάτων, καθαρός. Χωρίς συναίσθημα. Σαν ανάγνωση απογραφής.
Ναπολέων Σουκατζίδης… Ο Γερμανός διοικητής των φυλακών, ταγματάρχης των SS Ραμπόσκι, σταματά την ανάγνωση. Ο Σουκατζίδης, γνώστης της γερμανικής γλώσσας, είναι διερμηνέας στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Του είναι απαραίτητος. Του το υπενθυμίζει και τον ρωτά αν θέλει να εξαιρεθεί και να αντικατασταθεί από άλλον κρατούμενο. Ο Σουκατζίδης περήφανος κοιτά τους συγκρατούμενούς του. «Δεν είναι δυνατόν… Και ποιος θα πάει στη θέση μου;», μονολογεί.

«Πάμε όλοι μαζί», του ψιθυρίζει ο Κοτζαμάνης… Τους σπρώχνουν προς την έξοδο. Ο Γερμανός διοικητής συνεχίζει μέχρι το διακόσια. Χωρίς έμφαση. Σαν λογιστική πράξη. Έτσι «πέρασε σχεδόν στα κρυφά» και ηλικιωμένος που σύντροφοί του είχαν καταφέρει να τον στείλουν (και αυτός δέχτηκε) στη θέση νεαρού στον οποίο είχε πέσει ο «κλήρος του θανάτου».
Η διαταγή
Οι περισσότεροι από τους κρατούμενους ήξεραν. Από τη στιγμή που έφτασε η διαταγή για τα αντίποινα -μετά τη δολοφονία του Γερμανού στρατηγού Φραντς Κρεχ από Έλληνες αντάρτες του ΕΛΑΣ στις 27 Απριλίου 1944- το στρατόπεδο βυθίστηκε σε μια βαριά αναμονή.
(Στις 27 Απριλίου 1944, σε μια επιχείρηση στην περιοχή της Λακωνίας, μέλη του ΕΛΑΣ δολοφόνησαν τον Γερμανό υποστράτηγο Φραντς Κρεχ και τρεις συνοδούς του. Αυτή η ενέργεια πυροδότησε την άμεση αντίδραση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής, που ανακοίνωσαν ότι την 1η Μαΐου θα εκτελέσουν 200 κρατούμενους σε αντίποινα.)
Μάλιστα, η ναζιστική διοίκηση εξέδωσε και ανακοίνωση, στην οποία ανάφερε: «Την 27ην Απριλίου 1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μίας εξ ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως έναν Γερμανόν στρατηγόν και 3 συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίσθησαν. Ως αντίποινα θα εκτελεσθή: ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1 Μαΐου 1944, ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάων προς την Σπάρτην έξωθεν των χωρίων».
Περπάτησαν προς τον θάνατο χαμογελαστοί και χωρίς να λυγίσουν
Οι ναζί κατέβασαν τους διακόσιους ανά ομάδες των είκοσι. Κάποιοι περπατούσαν αγκαλιασμένοι, άλλοι τραγουδούσαν τον εθνικό μας ύμνο, οι περισσότεροι χαμογελούσαν στον δρόμο προς τον τόπο της εκτέλεσής τους και φώναζαν αυτά για τα οποία αγωνίζονταν
Την επόμενη μέρα νέα ανακοίνωση ανήγγειλε την εκτέλεση άλλων 110 στο χωριό Κυριάκι της Βοιωτίας ως αντίποινα για τον φόνο δύο Γερμανών. Το Κυριάκι καταστράφηκε τελείως. Η ανακοίνωση κατέληγε: «Πάσα τοιαύτη περαιτέρω απόπειρα δολοφονίας θα τιμωρήται με τον αυτόν τρόπον».

Στις 28 Απριλίου 1944 μετέφεραν από τις φυλακές Ακροναυπλίας στο Χαϊδάρι 170 πολιτικούς κρατούμενους που είχαν συλληφθεί την περίοδο 1936-1941 -καθεστώς Μεταξά- και εξακολουθούσαν να παραμένουν στη φυλακή. Σε αυτούς θα προσέθεταν 30 αντιστασιακούς πατριώτες που ήταν φυλακισμένοι στο Χαϊδάρι. Όλους αυτούς οι Γερμανοί κατακτητές τούς έβλεπαν ως ομήρους. Ήταν ηλικίας από 20 έως 60 ετών, καπνεργάτες από τη Μακεδονία, λιμενεργάτες από τον Πειραιά, δάσκαλοι, νεαροί φοιτητές απ’ όλη την Ελλάδα.
Η ώρα της εκτέλεσης
Τα στρατιωτικά φορτηγά ξεκίνησαν εκείνο το πρωί από το Χαϊδάρι προς το Σκοπευτήριο της Καισαριανής, οι κάτοικοι της οποίας άκουγαν «τις μηχανές να μουγκρίζουν». Ήξεραν τι σήμαινε.

Τους κατέβασαν ανά ομάδες των είκοσι. Κάποιοι περπατούσαν αγκαλιασμένοι. Άλλοι τραγουδούσαν τον εθνικό μας ύμνο. Οι περισσότεροι χαμογελούσαν στον δρόμο προς τον θάνατο και φώναζαν αυτά για τα οποία αγωνίζονταν: «Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η λευτεριά».
Η πρώτη εικοσάδα στήθηκε στον τοίχο. Οι ριπές αντήχησαν. Η δεύτερη πέρασε μπροστά από τα σώματα της πρώτης. Η διαδικασία επαναλήφθηκε δέκα φορές. Διακόσιοι… Τα διάτρητα από σφαίρες σώματα μεταφέρθηκαν με στρατιωτικά φορτηγά στο Γ’ Νεκροταφείο.
Για χρόνια δεν υπήρχαν φωτογραφίες για τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το πρωινό στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Μόνο προφορικές μαρτυρίες και γράμματα. Η μνήμη κρατήθηκε από οικογένειες, από συγκρατούμενους, από αρχειακές καταγραφές. Και να τώρα, 82 χρόνια μετά, ήρθαν στο φως φωτογραφίες που απεικονίζουν τους μελλοθανάτους λίγο πριν από την εκτέλεσή τους.
Η ύπαρξή τους προκάλεσε έντονη συγκίνηση, αφού για δεκαετίες η μνήμη στηριζόταν μόνο σε μαρτυρίες και γράμματα. Τώρα αποκτά και εικόνα. Η επιβεβαίωση της γνησιότητάς τους είναι τα πρώτα οπτικά τεκμήρια της απερίγραπτης ναζιστικής βαρβαρότητας. Μα, πάνω απ’ όλα, οπτικά τεκμήρια για ένα από τα πιο σημαντικά γεγονότα της ελληνικής Αντίστασης.
Η ναζιστική πολιτική αντιποίνων
Το θέμα των 200 εκτελεσθέντων της Καισαριανής δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός. Είναι μια από τις πιο δυνατές στιγμές συλλογικής μνήμης της σύγχρονης Ελλάδας. Κάθε φορά που επιστρέφουμε στα ονόματα, στα γράμματα, στα πρόσωπα, ουσιαστικά επαναφέρουμε στο προσκήνιο ανθρώπους που δεν ήθελαν να γίνουν σύμβολα. Αγωνίζονταν για την ελευθερία της πατρίδας. Για ιδέες. Ήθελαν απλώς να ζήσουν ελεύθεροι.
Η εκτέλεση των 200 δεν ήταν μεμονωμένο γεγονός. Ήταν μέρος της ναζιστικής πολιτικής αντιποίνων. Όμως, η επιλογή της Πρωτομαγιάς έδωσε στη θυσία έναν επιπλέον συμβολισμό. Η Ιστορία, όταν γράφεται ψυχρά, λέει: «1η Μαΐου 1944 – 200 εκτελέστηκαν σε αντίποινα». Αλλά τα τεκμήρια λένε κάτι περισσότερο. Λένε ότι εκείνο το πρωί άνθρωποι Έλληνες αντιστασιακοί που αγωνίζονταν για τη λευτεριά της πατρίδας περπάτησαν προς τον θάνατο χωρίς να λυγίσουν. Πήγαιναν χαμογελαστοί και πριν δεχτούν το θανατηφόρο βόλι φώναζαν «Ζήτω η Ελλάδα, ζήτω η λευτεριά».
«Πεθαίνουμε περήφανοι! Ζήτω η λευτεριά, ζήτω η Ελλάδα»
Μέσα στα τελευταία σημειώματα που έγραψαν προς τους δικούς τους αποτυπώνονται το θάρρος και η αξιοπρέπεια με τα οποία πήγαιναν να αντιμετωπίσουν τον θάνατο, αλλά και η πίστη τους για την απελευθέρωση της πατρίδας από τη ναζιστική κατοχή. Λίγο πριν οδηγηθούν στον τόπο των εκτελέσεων πρόλαβαν και έγραψαν κάτι για τους δικούς τους. Άλλος σε ένα τσαλακωμένο χαρτί, άλλος σε κουτί από τσιγάρα, άλλος σε μαντίλι γεμάτο αίμα. Και αυτό είναι που μετατρέπει ένα γεγονός σε μνήμη.
Χαρακτηριστικά:
* Ο Παναγιώτης Λαμπρόπουλος έσκισε ένα πακέτο τσιγάρων και πρόλαβε να γράψει: «Πεθαίνω για την Ελλάδα. Πατέρα, να ’σαι περήφανος».
* Ο Γεώργιος Ζαμπέτας έγραψε βιαστικά: «Πατερούλη μου, πάω για εκτέλεση. Να ’σαι περήφανος για τον μονάκριβο γιο σου. Πεθαίνω για τη λευτεριά».
* Ο Δημήτριος Παπαδημητρίου προς τη γυναίκα του: «Μη λυπάσαι. Να μεγαλώσεις τα παιδιά μας τίμια και ελεύθερα. Ο αγώνας μας δεν πάει χαμένος».
* Ένα μαντίλι πέρασε από χέρι σε χέρι: «Πεθαίνουμε περήφανοι. Ζήτω η λευτεριά. Ζήτω η Ελλάδα».
Οι λέξεις δεν είχαν επιτήδευση. Ήταν η ανάγκη να αφήσουν κάτι πίσω. Σήμερα τα ονόματά τους είναι χαραγμένα στον τοίχο του Σκοπευτηρίου. Δεν είναι πια μια αφηρημένη αναφορά: «Οι 200».
Είναι 200 Έλληνες, οι οποίοι με το αίμα τους πότισαν το δέντρο της λευτεριάς. Είναι 200 πατριώτες οι προσωπικές ιστορίες, τα σημειώματα και τα ονόματα των οποίων θυμίζουν ότι πίσω από τα στατιστικά στοιχεία υπάρχουν άνθρωποι -με ζωές, οικογένειες, ελπίδες και όνειρα- που αντιμετώπισαν τον θάνατο με αξιοπρέπεια και πίστη για μια Ελλάδα ελεύθερη, απελευθερωμένη από τη ναζιστική κατοχή. Και μπορεί για αυτούς η διοικητική πράξη να μιλούσε για αντίποινα, η Ιστορία όμως μιλά για ανθρώπους.
Μνημείο η συλλογή
Το σύνολο της συλλογής φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή τού Βέλγου συλλέκτη κηρύχθηκε μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού, εμπειρογνώμονες του οποίου ταξίδεψαν στο Βέλγιο, όπου και συνάντησαν τον Τιμ ντε Κρεν, ο οποίος είχε στην κατοχή του το σύνολο της συλλογής που είχε δημιουργήσει ο υπολοχαγός της Βέρμαχτ Χέρμαν Χόιερ το 1943-1944, όταν υπηρετούσε στο στρατόπεδο της Μαλακάσας, αλλά είχε λάβει εντολή να παρακολουθήσει ή και να συνδράμει στην εκτέλεση των Ελλήνων κρατουμένων που μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944. Η αντιπροσωπεία του υπουργείου Πολιτισμού εξέτασε το σύνολο της συλλογής Χόιερ, η οποία αποτελείται από 262 φωτογραφίες, τραβηγμένες στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της θητείας του, καθώς και κάποια έντυπα που ο ίδιος είχε περιλάβει σε αυτήν. Η μακροσκοπική εξέταση επιβεβαίωσε την αυθεντικότητα του υλικού και το υπουργείο Πολιτισμού υπέγραψε προσύμφωνο με τον Βέλγο συλλέκτη, με τη συλλογή να αποσύρεται από τον διαδικτυακό τόπο δημοπρασιών.
Απαραίτητη διευκρίνιση
Επειδή τις μέρες αυτές πολλά γράφονται για τους Ακροναυπλιώτες πολιτικούς κρατουμένους, μεταξύ των οποίων και αυτοί που εκτελέστηκαν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής από τους ναζί, να επισημάνω ότι τους κομμουνιστές κρατούμενους στις φυλακές Ακροναυπλίας δεν παρέδωσε στους Γερμανούς η εξόριστη κυβέρνηση, η οποία εξάλλου είχε εγκαταλείψει την Αθήνα πριν από τρία χρόνια. Ούτε φυσικά ο Μεταξάς, ο οποίος είχε πεθάνει προ πολλού. Οι πολιτικοί κρατούμενοι, που είχαν συλληφθεί από το καθεστώς Μεταξά και παρέμειναν στις φυλακές και μετά την εισβολή των Γερμανών ναζί, θα μπορούσαν να είχαν διαφύγει, αφού η φύλαξη τουλάχιστον τις πρώτες ημέρες κατοχής ήταν ελλιπής, αλλά, όπως ομολόγησαν αργότερα διασωθέντες κομμουνιστές (τα έγραψαν μάλιστα και σε βιβλία), «η καθοδήγηση», εννοώντας τα κορυφαία τότε στελέχη του ΚΚΕ Ιωαννίδη και Μπαρτζώκα, δεν τους το επέτρεψαν.












