Καλεσμένος στο «Καλημέρα είπαμε;» της ΕΡΤ ήταν το πρωί της Κυριακής (4/1) ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Δημήτρης Τάρλοου, ο οποίος μίλησε για τον παππού του, Μ. Καραγάτση, με αφορμή την τηλεοπτική πρεμιέρα της σειράς «Μεγάλη Χίμαιρα» στην κρατική τηλεόραση, στην οποία συμμετέχει.
«Δεν γνώρισα τον παππού μου. Ο παππούς μου πέθανε το 1960, το Σεπτέμβριο του ’60, και εγώ γεννήθηκα το ’66. Άρα απέχουμε έξι χρόνια. Ό,τι γνώρισα είναι μέσω της μάνας μου, μέσω της γιαγιάς μου, που δεν ήθελε να το πολυσυζητάει, ήταν πολύ χαμηλών τόνων και πολύ κρυφός άνθρωπος η Νίκη Καραγάτση, αλλά απ’ τη μαμά μου περισσότερο, πολύ περισσότερο», απαντά ο Δημήτρης Τάρλοου για τον παππού του και αείμνηστο συγγραφέα, Μ. Καραγάτση.
Όπως παραδέχεται:
«Θα έλεγα ότι η σχέση της μάνας μου με τον Καραγάτση ήτανε μία τραυματική σχέση, η οποία έληξε απότομα και δεν έδωσε το περιθώριο της επανόρθωσης ή της επούλωσης. Γιατί η μάνα μου ήταν 24 χρονών όταν πέθανε ο Καραγάτσης, ήταν πολύ μικρή. Ο Καραγάτσης πέθανε 52 ετών. Το φαντάζεστε; Δηλαδή με τα σημερινά δεδομένα ένας νέος άνθρωπος.
Είχε να δώσει πολλά περισσότερα. Και το “10” που άφησε ημιτελές, ήτανε ένα μυθιστόρημα ποταμός, το οποίο ήταν εξαιρετικά μοντέρνο και σκληρό. Είναι τόσο σκληρό και τόσο σημαντικό κατά τη γνώμη μου και διαφορετικό. Δεν πρόλαβε λοιπόν να επουλώσει τραύματα και πάνω που πήγανε να έχουνε μία, ας το πούμε, διευθέτηση, ήρθε ο απότομος θάνατός του, που ήταν από καρδιά και δεν άφησε περιθώρια.
Και έτσι το τραύμα έμεινε ανεπούλωτο και η σχέση ενεή, έμεινε στον αέρα. Και αυτό δημιούργησε πάρα πολλές αμφιβολίες και ερωτηματικά στη μάνα μου για το τι αισθανόταν αυτός ο άνθρωπος, τι σχέση είχε μαζί της, αν την αγαπούσε, πόσο την αγαπούσε. Γιατί είχε μία πλευρά η οποία ήταν πάρα πολύ ζωντανή, πάρα πολύ εύθυμη, σε συγκεντρώσεις ο καλύτερος αφηγητής, πάρα πολύ καλός αφηγητής. Να μάθεις, λέει, ιστορία από τον Καραγάτση, καθόσουνα και ήταν σαν να ακούς παραμύθι. Οπότε καθόσουνα με ανοιχτά τα αυτιά και τα μάτια να ακούσεις σαν να ήτανε, σαν να περιγράφει, τι να πούμε τώρα, Καραγκιόζη. Πώς κάθομαι και λέω εγώ στη μικρή μου κόρη, τη Φιλιώ, ιστορίες και ακούει με ανοιχτά τα μάτια γιατί είναι μισά πραγματικότητα και μισά φτιαχτά; Κάπως έτσι ήταν κι ο Καραγάτσης.
Και από την άλλη ήταν ένας άνθρωπος βαρύθυμος, με πάρα πολύ δύσκολο ύπνο, με πολλές ευαισθησίες, ας πούμε πατούσες σε ένα σανίδι που έτριζε και σηκωνότανε ας πούμε και γινότανε χαμός, σαν να τιναζόταν το σύμπαν. Και μετά κρατούσε για ώρες αυτή η δυσθυμία. Φοβόντουσαν όλοι μες στο σπίτι μην τον ξυπνήσουν, μην τον ενοχλήσουν. Γενικά μία, με σημερινά δεδομένα θα ήτανε τρομοκράτης. Πατέρας – αφέντης, τρομοκράτης. Κανονικά».












