
Από την 1η Ιανουαρίου 2026 τέθηκε σε εφαρμογή σημαντική ρύθμιση που αλλάζει ριζικά τον χρόνο παραγραφής των ασφαλιστικών οφειλών προς τον ΕΦΚΑ, μειώνοντας το όριο από δέκα σε πέντε χρόνια για τις νέες οφειλές. Η τροποποίηση, αποτέλεσμα των προβλέψεων του άρθρου 6 του νόμου 4997/2022, αναδιαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο το Δημόσιο μπορεί να βεβαιώνει και να διεκδικεί απαιτήσεις, με άμεσες συνέπειες για ελεύθερους επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενους και επιχειρήσεις.
Το βασικό μήνυμα της αλλαγής είναι απλό. Ο χρόνος για να κινηθεί η διοίκηση και να διεκδικήσει μια οφειλή έχει συρρικνωθεί. Οφειλές που γεννώνται από την 1η Ιανουαρίου 2026 και βεβαιώνονται ως ληξιπρόθεσμες υπόκεινται πλέον σε παραγραφή μετά πέντε έτη, εφόσον μέσα σε αυτό το διάστημα δεν γίνει από τον ΕΦΚΑ ή το ΚΕΑΟ κάποια επίσημη ενέργεια αναζήτησης. Στην πράξη, αυτό σημαίνει πως μια οφειλή που δημιουργείται και λήγει εντός του 2026 θα παύσει να μπορεί να διεκδικηθεί έως τις αρχές του 2032, αντί για το 2037 όπως ίσχυε προηγουμένως.
Η μεταρρύθμιση δεν ισοδυναμεί όμως με αυτόματη διαγραφή οφειλών μετά την πενταετία. Το νέο πλαίσιο προβλέπει ρητά ότι οποιαδήποτε διακοπτική ενέργεια της διοίκησης —όπως αποστολή ειδοποιητηρίου, πράξη βεβαίωσης χρέους ή άλλη επίσημη ενέργεια αναζήτησης— αναστέλλει και «μηδενίζει» τον χρόνο παραγραφής. Από την ημερομηνία αυτής της ενέργειας ξεκινά νέα πενταετής περίοδος παραγραφής. Έτσι, η δυνατότητα παραγραφής λειτουργεί περισσότερο ως κίνητρο για ταχύτερη δράση των υπηρεσιών παρά ως γενικευμένη αμνηστία για τους οφειλέτες.
Για τις οφειλές που είχαν γεννηθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, εξακολουθεί να ισχύει το προηγούμενο δεκαετές καθεστώς, υπό τον όρο ότι μέσα σε αυτή τη δεκαετία δεν έχει πραγματοποιηθεί διακοπτική ενέργεια. Ωστόσο, ακόμη και παλαιές οφειλές, εάν ενεργοποιηθεί εκ νέου διαδικασία —π.χ. αποστολή ειδοποίησης— επανέρχονται στη σύγχρονη «μετρημένη» πραγματικότητα, καθώς τότε εφαρμόζεται το πενταετές διάστημα από την ημερομηνία της ενέργειας. Επιπλέον, οφειλές που αναφέρονται σε ασφαλιστικές περιόδους πριν από το 2026 παραμένουν θεωρητικά υπαγόμενες στη δεκαετία, ακόμη κι αν βεβαιωθούν μετά την 1η Ιανουαρίου 2026.
Η αναδιάταξη των χρονικών ορίων προκαλεί σημαντική πίεση στις εισπρακτικές και διοικητικές υπηρεσίες του ασφαλιστικού φορέα. ΕΦΚΑ και ΚΕΑΟ καλούνται να επιταχύνουν τους ελέγχους, τη βεβαίωση και την κοινοποίηση οφειλών, ώστε να αποφευχθεί η απώλεια απαιτήσεων που θα μπορούσαν να εισπραχθούν. Στελέχη των υπηρεσιών επισημαίνουν ότι το νέο πλαίσιο απαιτεί μεγαλύτερη συστηματοποίηση και χρήση ψηφιακών εργαλείων για την έγκαιρη ανίχνευση και πιστοποίηση των οφειλών.
Ευκαιρίες και προκλήσεις
Από την πλευρά των οφειλετών, η αλλαγή δημιουργεί τόσο ευκαιρίες όσο και κινδύνους. Για όσους έχουν συγκεντρώσει μικρο-οφειλές ή αμφισβητούν την ακρίβεια των βεβαιώσεων, το νέο πενταετές όριο μπορεί να λειτουργήσει ως ελάφρυνση εάν οι υπηρεσίες δεν προβούν σε διακοπτικές ενέργειες. Ταυτόχρονα, νομικοί κύκλοι και συμβουλευτικές εταιρείες τονίζουν ότι δεν πρέπει να υπάρχει εφησυχασμός: κάθε επίσημη ειδοποίηση ή ενέργεια από τον ΕΦΚΑ μπορεί να ανανεώσει το δικαίωμα της διοίκησης να διεκδικήσει το χρέος για επιπλέον πέντε χρόνια.
Νομικοί και φοροτεχνικοί συμβουλεύουν τους οφειλέτες να παρακολουθούν ενεργά τις κοινοποιήσεις και τις κινήσεις του ασφαλιστικού φορέα, να ζητούν αποδείξεις βεβαίωσης και να εξετάζουν άμεσα πιθανές ενστάσεις ή ρυθμίσεις. Επίσης, προτείνουν να αξιοποιούν εργαλεία ρύθμισης και εξόφλησης όπου είναι εφικτό, καθώς η τακτοποίηση ενός χρέους πριν από την αποστολή ειδοποίησης μπορεί να αποτρέψει την ανανέωση του χρόνου παραγραφής.
Στο δημοσιονομικό επίπεδο, η νέα ρύθμιση μπορεί να επιφέρει βελτιώσεις στην αποδοτικότητα είσπραξης, εφόσον οι υπηρεσίες αναδιοργανωθούν και ενισχυθούν. Ωστόσο, ειδικοί επισημαίνουν πως η αλλαγή αποκαλύπτει και την ανάγκη για συνολικότερη αναθεώρηση των διαδικασιών βεβαίωσης και είσπραξης, με έμφαση στη διαφάνεια, την ψηφιοποίηση και τη συνεργασία των φορέων, ώστε να διασφαλιστεί ότι τα συμφέροντα του Δημοσίου και των ασφαλισμένων εξυπηρετούνται ισόρροπα.












