Η «εργαλειοθήκη» του 2022 βρίσκεται πάνω στο τραπέζι της κυβέρνησης, η οποία καλείται να λάβει κρίσιμες αποφάσεις για τη στήριξη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων από την ενεργειακή κρίση που ήδη πλήττει την παγκόσμια, την ευρωπαϊκή αλλά και την εγχώρια οικονομία.
Η «άσκηση» είναι δύσκολη, καθώς, όπως σημειώνει ρεπορτάζ της Έλλης Τριανταφύλλου στην εφημερίδα «Political», υπάρχουν μία σειρά από άγνωστους x, οι οποίοι καθορίζουν τις εξελίξεις. Πρώτα απ’ όλα, ουδείς μπορεί να προβλέψει με ασφάλεια τη διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων και την έκταση των ζημιών σε μεγάλες πετρελαϊκές υποδομές και εγκαταστάσεις φυσικού αερίου. Και δεύτερον, τι αποφάσεις θα λάβει εν τέλει η ΕΕ για τη στήριξη των κρατών-μελών της έναντι της λαίλαπας της ακρίβειας.
«Δεν μπορούμε να δεσμεύσουμε σημαντικούς πόρους»
Ο σχεδιασμός του Μεγάρου Μαξίμου και του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει στο επίκεντρό του τον περιορισμό των επιπτώσεων του πολέμου για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, με τρόπο όμως που δεν θα διαταράσσεται η δημοσιονομική ισορροπία. Αυτό σημαίνει ότι τα όποια μέτρα αποφασιστούν θα είναι χρονικά περιορισμένα, με μικρό δημοσιονομικό αποτύπωμα και θα υλοποιηθούν κλιμακωτά και όχι όλα μαζί. «Δεν μπορούμε να δεσμεύσουμε σημαντικούς πόρους, όσο η ΕΕ δεν έχει καταλήξει σε αποφάσεις και δεν υπάρχει καθαρός ορίζοντας για τη διάρκεια και την ένταση του πολέμου», σημειώνουν καλά πληροφορημένα κυβερνητικά στελέχη. Οι ίδιες πηγές αφήνουν σαφέστατα να εννοηθεί ότι στην περίπτωση που οι Βρυξέλλες πάρουν, ως οφείλουν, αποφάσεις για τη δραστική στήριξη των εθνικών οικονομιών, τότε το πλάνο της κυβέρνησης θα διαφοροποιηθεί.
Πάντα κατά τις ίδιες πηγές, το πρώτο που βρίσκεται στο τραπέζι είναι η οριζόντια επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης στην αντλία, με βάση το μοντέλο του 2022, όταν η επιδότηση ανερχόταν σε 0,15 ευρώ ανά λίτρο και το δημοσιονομικό κόστος έφτανε περίπου τα 200 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για ένα σημαντικό μέτρο, καθώς η τιμή του ντίζελ θεωρείται «κλειδί» για την αναχαίτιση των ανατιμήσεων.
Οι σχετικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν μετά την επικείμενη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου την ερχόμενη Πέμπτη, κατά την οποία θα «κλειδώσει» το ακριβές ύψος της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού. Επίσης, ψηλά στην κυβερνητική λίστα φαίνεται ότι βρίσκεται ένας μηχανισμός επιστροφής κερδών, κυρίως από τον ενεργειακό τομέα, ο οποίος θα επιτρέπει την ανακατανομή υπερεσόδων ή έκτακτων κερδών προς τους καταναλωτές, χωρίς να δημιουργείται νέο βάρος στον προϋπολογισμό.
Εναλλακτικά σενάρια
Πέραν των παραπάνω, τα υπουργεία Οικονομικών και Αγροτικής Ανάπτυξης επεξεργάζονται εναλλακτικά σενάρια για να μπει φρένο σε ένα νέο κύμα ανατιμήσεων στα αγροτικά προϊόντα. Μεταξύ των σεναρίων που εξετάζονται είναι η επιβολή πλαφόν στο μεικτό περιθώριο κέρδους σε φυτοπροστατευτικά προϊόντα και λιπάσματα ή η απευθείας οικονομική στήριξη των αγροτών. Πιθανότερο, ωστόσο, φαίνεται ότι είναι να μπει πλαφόν στα λιπάσματα. Στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Ένωση ανάψει άμεσα το πράσινο φως για ενεργοποίηση της ρήτρας διαφυγής επιτρέποντας στα κράτη-μέλη να αποκλίνουν προσωρινά από τους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ΕΕ χωρίς κυρώσεις, τότε η κυβέρνηση θα έχει μεγαλύτερη ευελιξία κινήσεων… Θα μπορεί να χρησιμοποιήσει περισσότερα χρήματα από τον προϋπολογισμό -σύμφωνα με εκτιμήσεις πάνω από 2 δισ. ευρώ για το 2026 και το 2027- με στόχο την ενίσχυση της κατανάλωσης, τη στήριξη των επιχειρήσεων και την απορρόφηση των κραδασμών από την ενεργειακή κρίση.
Παρεμβάσεις στον τομέα της ακτοπλοΐας
Όπως έχει ξεκαθαρίσει η κυβέρνηση, σε αυτήν και μόνο την περίπτωση θα έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει στη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα, δεδομένου πως ο ΕΦΚ είναι φόρος-αιμοδότης του κρατικού προϋπολογισμού.
Παρεμβάσεις σχεδιάζονται και στον τομέα της ακτοπλοΐας, με στόχο τη συγκράτηση του κόστους μεταφορών. Μέχρι στιγμής, σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν γίνει τρεις κυβερνητικές συσκέψεις. Στα μέτρα που εξετάζονται περιλαμβάνονται η μείωση των λιμενικών τελών έως και 50%, η κρατική επιδότηση στις υποχρεωτικές εκπτώσεις που παρέχονται σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και η μείωση του ΦΠΑ στα εισιτήρια των οχημάτων από το 24% στο 13%, ώστε να έρθει στο ίδιο επίπεδο με τον συντελεστή που ισχύει για τους επιβάτες.












