- Γράφει ο Στρατής Κοκκινέλλης – Φιλόλογος-δημοσιογράφος
Για πολλά χρόνια η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προχωρούσε σχεδόν αποκλειστικά μέσα από την οικονομία. Κοινό νόμισμα, ενιαία αγορά, δημοσιονομικοί κανόνες. Όμως η γεωπολιτική πραγματικότητα των τελευταίων ετών δείχνει ότι η Ευρώπη καλείται πλέον να απαντήσει και σε ένα άλλο ερώτημα: μπορεί να αποκτήσει και κοινή αμυντική ταυτότητα;
Η τριμερής συνάντηση τη Δευτέρα στην Πάφο, με τη συμμετοχή του Έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, του προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν και του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκου Χριστοδουλίδη φαίνεται να δίνει μια πρώτη απάντηση. Όχι θεωρητική, αλλά απολύτως πρακτική. Η συνάντηση αυτή είχε διπλή σημασία: ουσιαστική αλλά και βαθιά συμβολική. Και ταυτόχρονα έστειλε δύο ξεκάθαρα μηνύματα.
Το πρώτο είναι ότι η στήριξη προς την Κυπριακή Δημοκρατία δεν εξαντλείται πλέον σε δηλώσεις συμπαράστασης. Για δεκαετίες, η Ευρώπη μιλούσε για αλληλεγγύη, αλλά συχνά αυτή περιοριζόταν σε διπλωματικές διακηρύξεις. Σήμερα, όμως, φαίνεται να διαμορφώνεται μια διαφορετική προσέγγιση: την ασφάλεια των ευρωπαϊκών συνόρων την υπερασπίζονται στο πεδίο, με συνεργασία, επιχειρησιακή παρουσία και κοινή στρατηγική.
Το δεύτερο μήνυμα αφορά τον ρόλο της Ελλάδας. Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης Μητσοτάκη κατάφερε να κινητοποιήσει ευρωπαϊκές δυνάμεις προς την κατεύθυνση της έμπρακτης στήριξης της Κύπρου. Με άλλα λόγια, η Αθήνα δεν περιορίζεται πλέον στον ρόλο του παρατηρητή των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά λειτουργεί ως καταλύτης ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών.
Η παρουσία ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Κύπρο και η ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της ασφάλειας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα νέο περιβάλλον σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ένα περιβάλλον στο οποίο η Ευρώπη δεν θα παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, αλλά θα μπορεί να επηρεάζει ενεργά την πορεία τους.
Δεν είναι τυχαίο ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αντανακλά το πνεύμα της Συνθήκης της Λισαβόνας και ειδικότερα του άρθρου 42, που προβλέπει αμυντική συνδρομή μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε περίπτωση ανάγκης. Για χρόνια, το συγκεκριμένο άρθρο έμοιαζε περισσότερο με θεωρητική πρόβλεψη παρά με πραγματικό εργαλείο πολιτικής. Όσα όμως συμβαίνουν σήμερα δείχνουν ότι μπορεί να αποκτήσει ουσιαστικό περιεχόμενο.
Και μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Τουρκία παρακολουθεί με εμφανή αμηχανία τις εξελίξεις. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Άγκυρα επιχειρούσε να εμφανίζεται ως ο μοναδικός καθοριστικός παράγοντας ισχύος στην περιοχή. Η πραγματικότητα όμως αλλάζει.
Η ενίσχυση της συνεργασίας Ελλάδας – Κύπρου με μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις -και όχι μόνο- δημιουργεί ένα πλέγμα ασφάλειας που περιορίζει τις μονομερείς κινήσεις και καθιστά σαφές ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι μόνη. Είναι κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως τέτοιο αποτελεί ευρωπαϊκό έδαφος.
Για αυτό και το μήνυμα προς την Άγκυρα είναι σαφές: η σταθερότητα στην περιοχή δεν μπορεί να στηρίζεται σε τετελεσμένα ή σε πολιτική πίεσης, αλλά σε κανόνες και συλλογικές δεσμεύσεις.
Την ίδια στιγμή, στο ευρύτερο πλαίσιο της διεθνούς ασφάλειας, οι νατοϊκές δυνάμεις επιχειρούν να διατηρήσουν μια λεπτή ισορροπία. Η προτεραιότητα για το ΝΑΤΟ είναι να αποτραπεί οποιαδήποτε κλιμάκωση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ενεργοποίηση του άρθρου 5, δηλαδή της ρήτρας συλλογικής άμυνας.
Η στρατηγική επιλογή είναι σαφής: αποτροπή, σταθερότητα και αποφυγή γενικευμένης σύγκρουσης.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον, η Ελλάδα φαίνεται να ενισχύει διαρκώς τη θέση της. Με πρωτοβουλίες που συνδυάζουν διπλωματία, συμμαχίες και επιχειρησιακή ετοιμότητα, η χώρα κατοχυρώνει έναν ρόλο που ξεπερνά τα στενά εθνικά της όρια.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα των τελευταίων εξελίξεων. Όπως η οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας οδήγησε τελικά σε βαθύτερη οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης, έτσι και οι σημερινές γεωπολιτικές προκλήσεις ίσως οδηγήσουν σε κάτι αντίστοιχο στον τομέα της άμυνας.
Αν συμβεί αυτό, η Ανατολική Μεσόγειος -και οι πρωτοβουλίες της Ελλάδας- μπορεί να αποτελέσει το σημείο εκκίνησης μιας νέας ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Μιας Ευρώπης που δεν θα είναι μόνο οικονομική δύναμη, αλλά και δύναμη ασφάλειας.











