Μετωπική επίθεση κατά του Ερντογάν εξαπολύει από χθες η αντιπολίτευση στην Τουρκία με αφορμή τις στενές σχέσεις που είχε αναπτύξει ο Τούρκος πρόεδρος με τον Νικολάς Μαδούρο, ανοίγοντας έναν ευρύτερο και πολύ πιο επικίνδυνο για την κυβέρνηση κύκλο συζήτησης, όχι απλώς για τη Βενεζουέλα, αλλά για τη συνοχή, τη συνέπεια και τα πραγματικά όρια της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Γιώργου Σ. Κορδίλη για την εφημερίδα «Political», η αμερικανική στρατιωτική επέμβαση και η απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο έφεραν στο προσκήνιο ένα παρελθόν που ο Ερντογάν προσπαθεί εδώ και καιρό να κρατήσει στο περιθώριο: τις δημόσιες, προσωπικές και πολιτικά φορτισμένες σχέσεις του με έναν ηγέτη που η Δύση χαρακτηρίζει αυταρχικό και η ίδια η τουρκική αντιπολίτευση θεωρεί σύμβολο εκλογικής νοθείας και καταστολής.
Υπαναχώρηση
Για χρόνια ο Ερντογάν δεν δίσταζε να μιλά δημόσια για τον «αδερφό του Μαδούρο». Η φρασεολογία δεν ήταν τυχαία. Ήταν μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής επίδειξης αυτονομίας απέναντι στη Δύση, μιας εικόνας ηγέτη που δεν λογαριάζει πιέσεις και στηρίζει όσους θεωρεί πολιτικά συγγενείς. Σήμερα αυτή ακριβώς η ρητορική επιστρέφει ως κατηγορητήριο.
Το επίσημο ανακοινωθέν του τουρκικού ΥΠΕΞ κινήθηκε σε αυστηρά ουδέτερη γραμμή: «παρακολουθούμε στενά», «αυτοσυγκράτηση», «διεθνές δίκαιο». Καμία ονομαστική αναφορά στις ΗΠΑ. Καμία σαφής καταδίκη. Καμία πολιτική φόρτιση. Για την αντιπολίτευση αυτή η επιλογή δεν είναι διπλωματική λεπτομέρεια αλλά συνειδητή υπαναχώρηση.
Ο πρόεδρος του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος Οζγκιούρ Εζέλ έθεσε το ζήτημα χωρίς περιστροφές, ανεβάζοντας τους τόνους κατά του Ερντογάν σε επίπεδο προσωπικής ευθύνης. Απευθυνόμενος στον Τούρκο πρόεδρο ανέφερε: «Όταν ο Μαδούρο έκανε διαβλητές εκλογές και φερόταν άδικα στον ίδιο του τον λαό, τον αποκαλούσες “αδερφέ μου”. Και τότε έκανες λάθος. Σήμερα που οι ΗΠΑ απάγουν έναν εν ενεργεία πρόεδρο και διαλύουν το διεθνές δίκαιο, δεν τολμάς να πεις ούτε μία λέξη».
Η αντιπολίτευση δεν περιορίζεται σε ηθική κριτική. Κατηγορεί τον Ερντογάν για πολιτικό οπορτουνισμό και διπλά μέτρα και σταθμά: ανοιχτή στήριξη όταν δεν υπήρχε κόστος, προσεκτική σιωπή όταν το τίμημα αφορά τις σχέσεις με την Ουάσιγκτον.
Η κριτική αποκτά ακόμη πιο αιχμηρή διάσταση με την ευθεία αναφορά στον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Εζέλ υποστήριξε ότι η σιωπή της Άγκυρας δεν έχει να κάνει με «κρατική σύνεση» αλλά με τον φόβο διατάραξης μιας εύθραυστης σχέσης που συνδέεται με κρίσιμα μέτωπα, κυρώσεις CAATSA, F-16 και F-35, Halkbank, Συρία.
«Όταν έπρεπε να υπερασπιστείς τη δημοκρατία, υπερασπιζόσουν τον Μαδούρο. Τώρα που πρέπει να υπερασπιστείς την παγκόσμια τάξη, με τη σιωπή σου υπερασπίζεσαι το πραξικόπημα του Τραμπ», πρόσθεσε.
Η απάντηση της κυβέρνησης δεν ήρθε με σαφή θέση για τη Βενεζουέλα αλλά με επίθεση στην αντιπολίτευση. Δηλώσεις περί «πολιτικής νομιμότητας», «κρατικής ευθύνης» και «διπλωματικών ευαισθησιών» από κορυφαία στελέχη του Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης συνοδεύτηκαν από κατηγορίες για ανευθυνότητα και άγνοια της εξωτερικής πολιτικής.
Ρωγμές στο κυβερνητικό μέτωπο
Την ίδια στιγμή, το εσωτερικό μέτωπο μόνο αρραγές δεν εμφανίζεται. Δηλώσεις στήριξης προς τον Μαδούρο αναρτήθηκαν και διαγράφηκαν. Άλλοι μίλησαν για «ιμπεριαλιστική ληστεία», άλλοι προτίμησαν την πλήρη σιωπή. Ο πρόεδρος του κόμματος Εθνικιστική Δράση και εταίρος του Ερντογάν Ντεβλέτ Μπαχτσελί έσπασε τη γραμμή, εξομοιώνοντας την υπόθεση της Βενεζουέλας με την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, προκαλώντας αμηχανία στην Άγκυρα.
Αντιπολιτευόμενα μέσα μιλούν ανοιχτά για κρίση γραμμής και αδυναμία του AKP να αποφασίσει αν θέλει να εμφανιστεί ως αντιιμπεριαλιστική δύναμη ή ως προσεκτικός διαχειριστής των σχέσεων με τις ΗΠΑ.
Για την αντιπολίτευση το ζήτημα δεν είναι μόνο η Βενεζουέλα. Είναι η αξιοπιστία της Τουρκίας. Το «αδερφέ μου Μαδούρο» μετατρέπεται σε σύμβολο μιας εξωτερικής πολιτικής που μιλά για αρχές, αλλά λειτουργεί με εξαιρέσεις. Και σε μια περίοδο παγκόσμιας αστάθειας αυτές οι εξαιρέσεις δεν περνούν πια απαρατήρητες ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό.












