Η τοξικότητα στην πολιτική δεν αποτελεί νέο φαινόμενο, όμως τα τελευταία χρόνια μοιάζει να έχει αποκτήσει μόνιμη παρουσία στον δημόσιο λόγο. Η αντιπαράθεση, που είναι αναπόσπαστο στοιχείο της δημοκρατίας, συχνά μετατρέπεται σε προσωπική σύγκρουση, όπου τα επιχειρήματα υποχωρούν μπροστά σε χαρακτηρισμούς, υπαινιγμούς και επικοινωνιακές επιθέσεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα κλίμα συνεχούς έντασης που απομακρύνει τους πολίτες από την ουσία της πολιτικής και τους οδηγεί είτε στην απογοήτευση είτε στον φανατισμό.
- Γράφει ο Παναγιώτης Κόνσουλας, Οικονομολόγος-πολιτικός επιστήμονας
Πρόσφατα περιστατικά στην ελληνική πολιτική σκηνή, τα οποία έγιναν αντικείμενο έντονης δημοσιότητας χωρίς να χρειάζεται να αναφερθούν ονόματα, ανέδειξαν πώς μια διαφωνία μπορεί να εξελιχθεί σε αλυσίδα επιθετικών δηλώσεων. Πολιτικοί αντάλλαξαν αιχμές για προσωπικές επιλογές, παρελθόντα γεγονότα ή ακόμη και ιδιωτικές στιγμές, μεταφέροντας τη συζήτηση μακριά από τα πραγματικά ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία.
Η τοξικότητα δεν γεννιέται μόνο μέσα στα κοινοβουλευτικά έδρανα. Ενισχύεται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου ο αλγόριθμος επιβραβεύει την υπερβολή και την οργή. Ένα σύντομο βίντεο, ένα απομονωμένο απόσπασμα ή μια επιθετική ανάρτηση μπορούν να διαδοθούν ταχύτατα, δημιουργώντας στρεβλές εντυπώσεις πριν καν υπάρξει ουσιαστική ενημέρωση. Έτσι, η πολιτική συζήτηση μετατρέπεται σε αγώνα εντυπώσεων, όπου νικητής είναι εκείνος που προκαλεί περισσότερο θόρυβο.
Παράλληλα, μέρος των μέσων ενημέρωσης συμβάλλει άθελά του στην όξυνση. Η ανάγκη για τηλεθέαση ή αναγνωσιμότητα οδηγεί συχνά στην ανάδειξη των πιο ακραίων δηλώσεων, ενώ οι ψύχραιμες φωνές δύσκολα βρίσκουν χώρο. Το κοινό εκπαιδεύεται έτσι να αντιλαμβάνεται την πολιτική ως πεδίο σύγκρουσης και όχι ως διαδικασία σύνθεσης λύσεων.
Οι συνέπειες αυτής της κουλτούρας είναι βαθύτερες από όσο φαίνεται. Η απαξίωση των θεσμών αυξάνεται, η εμπιστοσύνη μειώνεται και οι νέοι απομακρύνονται από τη συμμετοχή στα κοινά. Όταν η πολιτική παρουσιάζεται αποκλειστικά ως χώρος καχυποψίας και αλληλοκατηγορίας, η έννοια της συλλογικής ευθύνης χάνεται και αντικαθίσταται από μια διαρκή λογική στρατοπέδων.
Η αντιμετώπιση της τοξικότητας δεν είναι εύκολη, αλλά αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για μια υγιή δημοκρατία. Απαιτείται πολιτική ωριμότητα, υπεύθυνος δημόσιος λόγος και συνειδητή επιλογή αποφυγής της εύκολης πόλωσης. Οι πολιτικοί οφείλουν να αναλαμβάνουν την ευθύνη των λέξεών τους, τα μέσα ενημέρωσης να επενδύουν στην ουσία και οι πολίτες να επιβραβεύουν τον διάλογο αντί της σύγκρουσης.
Τελικά, η πολιτική τοξικότητα δεν είναι απλώς ζήτημα ύφους αλλά ζήτημα ποιότητας δημοκρατίας. Όσο η δημόσια συζήτηση εγκλωβίζεται σε προσωπικές επιθέσεις και επικοινωνιακές παγίδες, τόσο αποδυναμώνεται η δυνατότητα παραγωγής πολιτικής που ενώνει αντί να διχάζει. Η αλλαγή δεν θα προκύψει από έναν μόνο παράγοντα, αλλά από μια σταδιακή μετατόπιση κουλτούρας, όπου η διαφωνία θα παραμένει έντονη, χωρίς όμως να μετατρέπεται σε εχθρότητα. Μόνο τότε η πολιτική θα μπορέσει να ξανακερδίσει την αξιοπιστία της και να λειτουργήσει ως χώρος δημιουργικής αντιπαράθεσης, ικανός να παράγει λύσεις που ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Σε μια εποχή πολλαπλών κρίσεων, η ανάγκη για ψυχραιμία και πολιτικό πολιτισμό γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ. Η υπέρβαση της τοξικότητας δεν σημαίνει απουσία σύγκρουσης, αλλά επιστροφή στον σεβασμό, στην τεκμηρίωση και στην ευθύνη απέναντι στην κοινωνία. Μια δημοκρατία ωριμάζει όταν οι αντίπαλοι αναγνωρίζουν ο ένας την ανθρώπινη υπόσταση του άλλου και επιλέγουν τον διάλογο ως βασικό εργαλείο προόδου. Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της σύγχρονης πολιτικής ζωής για όλους.










