Μετατρέπεται με ταχύτητα σε κορυφαίο προορισμό για άτομα με τεράστιες περιουσίες. Ο αριθμός των υπερπλούσιων κατοίκων αυξάνεται εντυπωσιακά, σε σημείο που η πρωτεύουσα της Λομβαρδίας να θεωρείται πλέον η ευρωπαϊκή «μητρόπολη του χρυσού».
Σύμφωνα με το World’s Wealthiest Cities Report 2025 της Henley & Partners, στο Μιλάνο, για το οποίο ο λόγος, κατοικούν περίπου 115.000 εκατομμυριούχοι και 17 δισεκατομμυριούχοι. Η πόλη βρίσκεται στην 11η θέση παγκοσμίως και στην 3η θέση στην Ευρώπη ως προς τον αριθμό των ατόμων με ρευστό πλούτο (χωρίς να υπολογίζεται η ακίνητη περιουσία).
Όπως αναφέρει η Corriere della Sera, η συγκέντρωση πλούτου ξεπερνά ακόμη και παραδοσιακά σύμβολα οικονομικής ισχύος, όπως το Λος Άντζελες και το Παρίσι. Ένας στους δώδεκα κατοίκους είναι εκατομμυριούχος, γεγονός που καθιστά το Μιλάνο την πόλη με το υψηλότερο ποσοστό εκατομμυριούχων στον κόσμο.
Μόνο το 2025 καταγράφονται περίπου δέκα νέες μεταφορές φορολογικής κατοικίας την ημέρα. Από τους 3.600 εκατομμυριούχους που εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία το προηγούμενο έτος, η συντριπτική πλειονότητα επέλεξε το Μιλάνο.
Από το 2014, ο αριθμός των εκατομμυριούχων έχει αυξηθεί κατά 24%, ενώ για το 2025 η Henley & Partners προβλέπει 3.600 νέες μετακινήσεις – περίπου δέκα ημερησίως.
Γιατί στρέφονται στο Μιλάνο
Η δυναμική αυτή οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: υψηλό επίπεδο ζωής, ισχυρή παρουσία στους τομείς των χρηματοοικονομικών και επαγγελματικών υπηρεσιών, ανεπτυγμένη αγορά πολυτελών ακινήτων και ένα φορολογικό πλαίσιο που, παρότι δεν είναι χαμηλό για όλους, προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα σε όσους διαθέτουν μεγάλα κινητά κεφάλαια και διεθνείς ροές εισοδήματος.
Οι «κροίσοι» που εγκαθίστανται στην πόλη προέρχονται από τον επιχειρηματικό κόσμο, τη διοίκηση, τον αθλητισμό και τις διεθνείς επενδύσεις. Πρόκειται για άτομα που αξιοποιούν το ειδικό καθεστώς για νέους φορολογικούς κατοίκους, το οποίο θεσπίστηκε το 2017 και έκτοτε έχει τροποποιηθεί.
Ο ρόλος της φορολογίας
Από το 2026, όσοι μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ιταλία μετά από τουλάχιστον εννέα χρόνια στο εξωτερικό μπορούν να επιλέξουν έναν κατ’ αποκοπή φόρο για τα εισοδήματα που προέρχονται από το εξωτερικό.
Ο κρατικός προϋπολογισμός αύξησε το ύψος αυτού του φόρου από 200.000 σε 300.000 ευρώ, ενώ προβλέπεται επιπλέον επιβάρυνση 50.000 ευρώ για κάθε μέλος της οικογένειας που εντάσσεται στο ίδιο καθεστώς.
Η διάταξη αφορά φυσικά πρόσωπα που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ιταλία από την 1η Ιανουαρίου 2026.
Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν ενιαίο φόρο που αντικαθιστά τον φόρο εισοδήματος (Irpef), τις τοπικές επιβαρύνσεις και τους φόρους περιουσίας για περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό. Το σύστημα αυτό επιτρέπει ιδιαίτερα ευνοϊκό φορολογικό σχεδιασμό για όσους έχουν εισοδήματα από μερίσματα, trust, συμμετοχές ή άλλες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες εκτός Ιταλίας.
Τα εισοδήματα που παράγονται εντός της χώρας συνεχίζουν να φορολογούνται κανονικά.
Το ευνοϊκό καθεστώς
Ένα ακόμη σημαντικό πλεονέκτημα είναι ότι οι νέοι φορολογικοί κάτοικοι που εντάσσονται στο καθεστώς απαλλάσσονται από τους φόρους IVIE και IVAFE, δηλαδή τους φόρους επί ακινήτων και χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό.
Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους που μεγάλα διεθνή κεφάλαια επιλέγουν το Μιλάνο ως βάση στην Ευρώπη.
Η συνεχής εισροή πλούτου έχει εκτοξεύσει την αγορά πολυτελών ακινήτων. Σε πολλές κεντρικές και ημικεντρικές περιοχές, οι τιμές ξεπερνούν τα 6.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ σε περιοχές-σύμβολα της νέας ελίτ οι τιμές είναι ακόμη υψηλότερες.
Τα ακίνητα λειτουργούν όχι μόνο ως σύμβολο κοινωνικού status αλλά και ως μέσο διαφοροποίησης επενδυτικού χαρτοφυλακίου σε ένα περιβάλλον που θεωρείται σταθερό.
Τι αλλάζει για τους υψηλόμισθους
Η εικόνα είναι διαφορετική για στελέχη και επαγγελματίες με υψηλές αποδοχές. Το παλαιότερο καθεστώς των «impatriati» έχει περιοριστεί σημαντικά: από το 2026 προβλέπονται μικρότερες και αυστηρότερα καθορισμένες ελαφρύνσεις, με συγκεκριμένα κριτήρια για το εισόδημα, την ειδίκευση και τη διάρκεια παραμονής.
Αυτό έχει μειώσει την ελκυστικότητα για όσους ζουν από υψηλές αμοιβές εργασίας, χωρίς όμως να επηρεάζει το ενδιαφέρον των μεγάλων περιουσιών, που επικεντρώνονται κυρίως στις αποδόσεις κεφαλαίου.
Παρά τις αλλαγές στη flat tax, το μοντέλο του 2026 παραμένει ουσιαστικά σταθερό: όσοι μεταφέρουν σημαντικά κεφάλαια απολαμβάνουν προβλεψιμότητα, απλότητα και σταθερό φορολογικό κόστος· όσοι βασίζονται σε εισόδημα εργασίας, πολύ λιγότερα.












