
Η νέα χρονιά αν και ξεκίνησε με έναν γεωπολιτικό σεισμό στη Βενεζουέλα διατηρεί τις ελπίδες να είναι καλύτερη από την προηγούμενη έστω και αν καθοριστικό ρόλο θα παίξουν παλιά πρόσωπα που είτε λόγω της θέσης ισχύος στην οποία βρίσκονται ή φιλοδοξούν να καταλάβουν θα πρωταγωνιστήσουν με τις επιλογές τους στη διαμόρφωση των εξελίξεων.
Το δόγμα… Τραμπ
Η απαγωγή-σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο έδειξε με το «καλημέρα» της νέας χρονιάς το πώς ο Ντόναλντ Τραμπ λογαριάζει το Διεθνές Δίκαιο και έστειλε μήνυμα για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδρά σε όποιον απειλεί τα αμερικανικά συμφέροντα. Η επέμβαση στη Βενεζουέλα είναι η σύγχρονη εκδοχή ενός δόγματος που διατρέχει σχεδόν δύο αιώνες αμερικανικής πολιτικής: του Δόγματος Μονρόε, που από το 1823 όρισε τη Λατινική Αμερική ως ζώνη ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ και μετεξελίχθηκε από αμυντική διακήρυξη σε εργαλείο επιβολής.
Με την Ευρώπη κρατά ψυχρή σχέση, με την Κίνα συγκρούεται εμπορικά αλλά συνδιαλέγεται, με το Ισραήλ διατηρεί στρατηγική συμμαχία, ενώ κρατά ανοικτή γραμμή με τη Ρωσία και περιορίζει τη βοήθεια στην Ουκρανία. Στη χρονιά που μόλις ξεκίνησε ενδεχομένως θα διαπιστώσει πως πολλές από τις άλλες συγκρούσεις που ισχυρίζεται ότι έληξε πάσχουν από αδυναμίες ενώ στον εμπορικό πόλεμο που αυτοπροβλήθηκε ως θριαμβευτής είναι εξαιρετικά αβέβαιο εάν η Ευρώπη, η Ιαπωνία ή η Κορέα θα πραγματοποιήσουν τις νέες επενδύσεις που έχει διαφημίσει ο πλανητάρχης.
Το 2026 επιφυλάσσει για τον Ντόναλντ Τραμπ τη δοκιμασία των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, όταν θα ανανεωθεί το ένα τρίτο των εδρών της Γερουσίας και το σύνολο των εδρών της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Θέτοντας το δίλημμα αυτός, ή ο «κομμουνισμός» παρέμεινε πιστός στην τακτική του, αυτή της πόλωσης, μετά τις οδυνηρές ήττες που υπέστησαν πέρυσι οι ρεπουμπλικάνοι στο Νιού Τζέρζι, τη Βιρτζίνια και κυρίως στη Νέα Υόρκη ξέροντας πως οι midterms κάλπες θα αποτελέσουν ένα δημοψήφισμα για το πόσα από εκείνα που υποσχέθηκε στους συμπατριώτες του υλοποίησε.
Η αλήθεια είναι πως ο ρεπουμπλικάνος μεγιστάνας επανέφερε τις ΗΠΑ σε τροχιά βιομηχανικής αυτάρκειας. Περίπου 450.000 νέες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν, αντιστρέφοντας τάσεις ετών. Το κόστος ζωής δεν έπεσε όμως όσο περίμενε και «διαφήμιζε» η κυβέρνηση. Οι τιμές καυσίμων και τροφίμων παραμένουν υψηλές. Παρά ταύτα, η αγορά εργασίας κρατά ισορροπία και οι δείκτες εμπιστοσύνης των επιχειρήσεων κινούνται ανοδικά.
Ο Λευκός Οίκος ξαναέκανε την ασφάλεια προτεραιότητα. Η επανεκκίνηση κατασκευής του τείχους στα σύνορα με το Μεξικό, το νέο καθεστώς ασύλου και η αυστηρή εφαρμογή των συνοριακών ελέγχων μείωσαν τις παράνομες διελεύσεις κατά 65% σε έναν χρόνο.
Πόσο αλώβητος μπορεί να παραμείνει «Τσάρος»
Συμπληρώνοντας φέτος τέσσερα χρόνια από την εισβολή στην Ουκρανία, ο Ρώσος πρόεδρος έχει διευρύνει το πεδίο της μάχης, δοκιμάζοντας παράλληλα τις άμυνες και τα νεύρα του ΝΑΤΟ. Δεν αποκλείεται ο Βλαντιμίρ Πούτιν να συνεχίσει να τσιγκλάει την Ευρώπη με drones ρωσικής προέλευσης να κλείνουν αεροδρόμια και να πετούν πάνω από στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Η αυγή του 2026 βρίσκει τους ρώσους να πολιορκούν λυσσαλέα το Ποκρόβσκ όχι μόνο επειδή είναι στρατηγικά σημαντική πόλη, αλλά επειδή ο Πούτιν θέλει μια νίκη που μπορεί να «πουλήσει» διπλωματικά στο Λευκό Οίκο. Οι Ρώσοι ελπίζουν να πείσουν τον Τραμπ ότι σημειώνουν νίκες στο πεδίο της μάχης, οι οποίες θα ασκήσουν πίεση στο Κίεβο να ζητήσει ειρήνη. Δεν συζητά για ειρήνη αν δεν αποχωρήσουν οι Ουκρανοί από το Ντονμπάς και απειλεί πως σε περίπτωση που το Κίεβο απορρίψει μια ειρηνική «λύση», η Ρωσία σκοπεύει να πετύχει όλους τους στόχους αυτού που εξακολουθεί να αποκαλεί «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» με τη χρήση στρατιωτικής ισχύος.
Η ικανότητα του Πούτιν να συνεχίσει τον πόλεμο δεν είναι απεριόριστη. Η οικονομία του αντιμετωπίζει προβλήματα, ιδιαίτερα μετά από τη σημαντική πτώση στα έσοδα από το πετρέλαιο, που επιδεινώθηκε από τις κυρώσεις της κυβέρνησης Τραμπ. Η Μόσχα αυξάνει τους φόρους για να χρηματοδοτήσει την πολεμική προσπάθεια και έχει περικόψει τον στρατιωτικό προϋπολογισμό αυτής της χρονιάς. Οι ρωσικές δυνάμεις βρίσκονται σε θέση επίθεσης, αλλά η προέλαση είναι αργή και κοστοβόρα σε ανθρώπινες ζωές και υλικό.

Παρά το αφήγημα περί κατάρρευσης των Ουκρανών που προβάλλουν ο Τραμπ και ο Πούτιν για να επιβάλουν έναν γρήγορο συμβιβασμό, δυτικοί παρατηρητές εκτιμούν ότι η Ρωσία διογκώνει τεχνητά την εικόνα της ισχύος της ώστε να κερδίσει πλεονεκτήματα στη διαπραγμάτευση με την Ουάσιγκτον.
Αλλαγή σκυτάλης;
Η αυγή της νέας χρονιάς βρίσκει τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι πιο στριμωγμένο από ποτέ. Η δήλωση ότι μπορεί να οδηγήσει την Ουκρανία σε εκλογές μέσα στο πρώτο δίμηνο δεν ήταν μια θεσμική πρωτοβουλία αλλά μια αναγκαστική κίνηση υψηλού ρίσκου, προϊόν αμερικανικής πίεσης, εσωτερικής φθοράς και ενός πολέμου που έχει μετατραπεί σε παρατεταμένο αδιέξοδο. Η πολιτική του «ηγεμονία» κλονίζεται, η κοινωνία έχει εξαντλήσει τα αποθέματά της και το Κίεβο βρίσκεται μπροστά σε μια στιγμή όπου τα μέτωπα δεν είναι μόνο στα ανατολικά αλλά και στο εσωτερικό του κράτους.

Η απομάκρυνση εν μέσω σκανδάλων του επί σειρά ετών δεξιού χεριού του Ζελένσκι Αντρίι Γέρμακ ανοίγει ένα παράθυρο για μία καθυστερημένη πολιτική αναδιοργάνωση, αλλά αφήνει τον πρόεδρο χωρίς μια προσωπικότητα που θα επιβάλλει πειθαρχία στην ανταγωνιστική πολιτική σκηνή της Ουκρανίας, καθώς η Ρωσία αναζητά πάντα ευκαιρίες για να εκμεταλλευτεί.
Τρανό παράδειγμα ο έμπειρος στρατιωτικός με τα εντυπωσιακά αντανακλαστικά Βαλερί Ζαλούζνι, ο μόνος άνθρωπος στα τέσσερα χρόνια πολέμου που δημόσια διαφώνησε με τον Πρόεδρο της χώρας και μάλιστα σε μία στιγμή που ο Ουκρανικός λαός τον στήριζε σχεδόν ολοκληρωτικά. Το να πάρει τα ινία της χώρας ένας άνθρωπος με αμιγώς στρατιωτικό υπόβαθρο αλλάζει πολύ περισσότερο τα δεδομένα από ότι όταν ο Ζελένσκι ως ηθοποιός κέρδισε σε καιρό Ειρήνης το προνόμιο να εκπροσωπήσει τον λαό του και τις θέσεις του.

Αν ο Ζελένσκι χάσει, ειδικά από στρατιωτική φιγούρα, το Κίεβο θα βρεθεί σε μεταβατική περίοδο, ενώ η Μόσχα θα επιδιώξει άμεσα να εκμεταλλευτεί το κενό εξουσίας. Η Ουκρανία θα αντιμετωπίσει ταυτόχρονα την ανάγκη νέας ηγεσίας και την κλιμάκωση στο μέτωπο.
Ευκαιρία ή… αποκαθήλωση
Η εκεχειρία που έχει υπογράψει ο Ισραηλινός πρωθυπουργός με τη Χαμάς στη Γάζα δοκιμάζεται μεν κάθε μέρα αλλά έχει προς το παρόν κατασιγάσει το κλίμα διεθνούς οργής εναντίον του, ενώ την ίδια ώρα αιφνιδίασε το πολιτικό σκηνικό στη χώρα του ζητώντας προεδρική χάρη πριν ολοκληρωθεί η πολύκροτη δίκη του για διαφθορά.
Η νέα χρονιά βρίσκει τον Μπέντζαμιν Νετανιάχου, κεντρική φυσιογνωμία της ισραηλινής πολιτικής από το 1996, αντιμετωπίζει κατηγορίες για δωροδοκία, απάτη και κατάχρηση εμπιστοσύνης σε τρεις υποθέσεις. Η δίκη, που ξεκίνησε το 2020, έχει αποκαλύψει σοβαρά στοιχεία εις βάρος του πρωθυπουργού, συχνά από πρώην συνεργάτες του που κατέθεσαν ως μάρτυρες. Μολαταύτα ο Νετανιάχου αξιοποίησε τη συγκυρία του πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας για να περιορίσει ή να αναβάλει συνεδριάσεις, επικαλούμενος τον φόρτο των καθηκόντων του.
Ο Νετανιάχου φέρεται να εξετάζει επίσπευση των εκλογών για φέτος το καλοκαίρι, ποντάροντας σε ενδεχόμενες διπλωματικές επιτυχίες, όπως η παράδοση της εξουσίας και ο αφοπλισμός της Χαμάς στη Γάζα, η εξομάλυνση των σχέσεων του Ισραήλ με τη Σαουδική Αραβία και την Ινδονησία, ώστε να ενισχύσει το πολιτικό του ίματζ.
Καθώς η δίκη πλησιάζει σε κρίσιμη φάση, το αίτημα για απονομή χάριτος αναδεικνύεται ίσως ως η μοναδική διέξοδος του Νετανιάχου προκειμένου να τερματιστεί η διαδικασία πριν υπάρξει ετυμηγορία. Το αν ο πρόεδρος Χέρτσογκ θα τη χορηγήσει και με ποιους όρους, θα καθορίσει όχι μόνο το μέλλον του πρωθυπουργού, αλλά και τον προσανατολισμό του ίδιου του ισραηλινού κράτους δικαίου.
Η ώρα του «Δράκου»
Η αυτοπεποίθηση που έδειξε ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ, όταν τον περασμένο Οκτώβριο συνάντησε τον Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν μόνο για την εμπορική εκεχειρία που συμφώνησαν, αλλά για το γεγονός ότι το παγκόσμιο εμπόριο «κινεζοποιούνταν» κατά κάποιο τρόπο βάζοντας το Πεκίνο σε θέση ισχύος τη χρονιά που ξεκίνησε.

Παρά τους πρωτοφανείς δασμούς που επέβαλε η Ουάσιγκτον το προηγούμενο διάστημα, η Κίνα κατάφερε να εξασφαλίσει πλεόνασμα έναντι όλου το πλανήτη ύψους 1,076 τρισεκατομμυρίου δολαρίων ενώ παράλληλα απλώνει οικονομικά δίχτυα όπως για παράδειγμα στην Κεντρική Ασία όπου το εμπόριο με τις χώρες της περιοχής αυξήθηκε κατακόρυφα το 2025.
Τον περασμένο χρόνο η Κίνα ήταν η πρώτη εξαγωγική δύναμη προϊόντων στον κόσμο (3.580 δισεκατομμύρια δολάρια) . Έχει τους δικούς της κολοσσούς υψηλής τεχνολογίας, τους Batx (την μηχανή αναζήτησης Baidu, την Alibaba για το ηλεκτρονικό εμπόριο, την Tencent για τα κοινωνικά δίκτυα και τα βιντεοπαιγνίδια, την Xiaomi για τα smartphones), ενώ η κινεζική start-up DeepSeek, που ιδρύθηκε το 2023, αναστάτωσε τον κόσμο της τεχνητής Νοημοσύνης με το chatbot R1 που εμφανίζει τις επιδόσεις των αμερικανικών ανταγωνιστών του με πολύ μικρότερο όμως κόστος.
Οι Κινέζοι κάνουν λόγο για να ένα ευρύτερο σχέδιο στο οποίο Ευρώπη και Κίνα θα επενδύσουν σημαντικά κεφάλαια τα επόμενα χρόνια στη συμπαραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων σε ευρωπαϊκό έδαφος. Η Κίνα που προσεδάφισε το 2019 διαστημικό όχημα στην κρυμμένη πλευρά της Σελήνης σε παγκόσμια πρώτη και το 2021 προσεδάφισε ένα μικρό ρομπότ στον Άρη φιλοδοξεί να στείλει μέχρι το 2030 την πρώτη επανδρωμένη αποστολή στην Σελήνη και να εγκαταστήσει εκεί βάση.
Πρόεδρος σε… ναρκοπέδιο
Για τη νέα χρονιά ο Εμανουέλ Μακρόν ευελπιστεί πως δεν θα αναγκαστεί να προσφύγει σε πρόωρες κάλπες, άρα και αποχώρηση, αφού δεν μπορεί να είναι ο ίδιος υποψήφιος.
Με μόλις 16% των Γάλλων να δηλώνουν ικανοποιημένοι από το έργο του, βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο αποδοχής από τότε που ανέλαβε την εξουσία το 2017. Το ποσοστό αυτό τον φέρνει επικίνδυνα κοντά στα ιστορικά χαμηλά του Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος είχε καταγράψει 13% λίγο πριν τη λήξη της θητείας του. Ακόμη πιο ανησυχητικό για το Ελιζέ είναι το 56% των Γάλλων που δηλώνουν πολύ δυσαρεστημένοι από τον πρόεδρο, ένα ποσοστό που αποτελεί ρεκόρ για τη θητεία του η οποία δημιουργεί σοβαρές πολιτικές πιέσεις και για την κυβέρνηση και για τον πρωθυπουργό.
Η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζει ευρύτερη κόπωση της κοινής γνώμης απέναντι στο προεδρικό στυλ Μακρόν, που εδώ και καιρό κατηγορείται από την αντιπολίτευση για αλαζονεία και αποστασιοποίηση από τα πραγματικά προβλήματα των Γάλλων. Παράλληλα, η αδυναμία συγκρότησης σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2022 έχει μετατρέψει κάθε μεγάλο νομοσχέδιο σε οδυνηρή δοκιμασία.
Η δασκάλα και ο… απειλητικός μαθητής
Με αφετηρία την 13η Ιανουαρίου που ξεκινά η εκδίκαση της έφεσης της η Μαρίν Λεπέν είναι έτοιμη για μία από τις πιο θρυλικές επιστροφές. Θα επιχειρήσει να ανατρέψει την καταδίκη της για υπεξαίρεση κοινοτικών κονδυλίων, που ουσιαστικά ανέτρεψε και τις φιλοδοξίες της για τις προεδρικές εκλογές του 2027.
Ακόμη και «τραυματισμένη», η Λεπέν έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί, συμβάλλοντας στην πτώση της γαλλικής κυβέρνησης τον περασμένο Σεπτέμβριο. Επίσης, ασκεί πίεση στον αιώνιο αντίπαλό της Εμανουέλ Μακρόν, προσπαθώντας να ωθήσει τον Γάλλο πρόεδρο στο να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση και να προκηρύξει πρόωρες εκλογές.
Εκτός από τη γαλλική δικαιοσύνη η Μαρίν Λεπέν πρέπει να ξεπεράσει και το no2 της «Εθνικής Συσπείρωσης» Ζορντάν Μπαρντελά.
Ο 30χρονος ακροδεξιός πρόεδρος του κόμματος ξεκινά τη χρονιά με τον αέρα των δημοσκοπήσεων που καταγράφουν πως θα κέρδιζε τις επόμενες προεδρικές εκλογές, όποιος κι αν ήταν ο αντίπαλός του ευελπιστώντας ότι οι κάλπες ίσως στηθούν τελικά φέτος και όχι το 2027 όπως είναι συνταγματικά προγραμματισμένο. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως βρίσκεται στην κορυφή των προτιμήσεων όλων των ηλικιακών ομάδων.
Το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι της γαλλικής ακροδεξιάς δείχνουν να μην έχουν πρόβλημα να στηρίξουν τον Μπαρντελά προκαλεί αναταράξεις στην Εθνική Συσπείρωση, δεδομένου του ιστορικού του κόμματος του Ζαν Μαρί Λεπέν, η κόρη του οποίου είχε αναθέσει προσωπικά τα ηγετικά πόστα σε άτομα του περιβάλλοντός της για να αποφύγει αντιπαλότητες, όπως εκείνες που είχαν αναστατώσει το κόμμα επί των ημερών του πατέρα της.
Θα παραμείνει ο… πονοκέφαλος;
Έχοντας 20 χρόνια στην πρωθυπουργία της Ουγγαρίας, από τα οποία τα τελευταία 15 συνεχόμενα ο Βίκτορ Όρμπαν αντιμετωπίζει την άνοιξη του 2026 μια από τις πιο σοβαρές προκλήσεις στην εξουσία του.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το κόμμα του υστερεί έναντι εκείνου της αντιπολίτευσης με ηγέτη τον Πέτερ Μαγιάρ που κατεβαίνει με υποσχέσεις για την εξάλειψη της διαφθοράς και την αναζωογόνηση της ουγγρικής οικονομίας ενόσω ο Όρμπαν εξακολουθεί να καταπιέζει τους πολιτικούς του αντιπάλους με σειρά ασφυκτικών νομοσχεδίων.
Για τον Ούγγρο πρωθυπουργό ο «κύριος αντίπαλoς» στις εκλογές δεν είναι ο Μάγιαρ, αλλά οι Βρυξέλλες τις οποίες καταγγέλλει πως θέλουν στη χώρα του μια «πολωνικού τύπου» κυβέρνηση υπάκουη στις ευρωπαϊκές οδηγίες για τη μετανάστευση, την οικονομία, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή.
Η αλήθεια είναι πως οι Ευρωπαίοι έχουν σαφώς στραμμένη την προσοχή στην Ουγγαρία, αν και ο Όρμπαν έχει χάσει μέρος του πολιτικού του κύρους στην Γηραιά Ήπειρο όπως και αρκετούς συμμάχους. Διατηρεί όμως με κάθε ευκαιρία τη φήμη του ταραχοποιού με βέτο σε ότι δεν τον βολεύει για παράδειγμα στις καλές σχέσεις του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν μπλοκάροντας την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ουκρανία.
Την ίδια ώρα έκλεινε συμφωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ ώστε να μην ζημιωθεί από δασμούς η Ουγγαρία ακόμα κι αν ξεσπάσει ένας εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θα «φρενάρει» ο κατήφορος;
Ο Φρίντριχ Μερτς θα κληθεί το 2026 να αποδείξει ότι ελέγχει την κατάσταση στην κυβέρνησή του, αφού οι αδυναμίες του καταγράφονται πλέον συστηματικά στις δημοσκοπήσεις, και με τη δημοτικότητά του να καταγράφει διαδοχικά αρνητικά ρεκόρ.
Όταν έγινε καγκελάριος της Γερμανίας υποσχέθηκε να αναζωογονήσει την οικονομία, να ανοικοδομήσει την παραμελημένη υποδομή της χώρας και να την επαναφέρει στο προσκήνιο της παγκόσμιας σκηνής. Η αποτυχία του όμως να ανταποκριθεί σε πολλά από αυτά τα βασικά ζητήματα όχι μόνο συνέβαλε στην ενδυνάμωση ακροδεξιών κομμάτων όπως η Εναλλακτική για τη Γερμανία, αλλά πυροδότησε και εικασίες ότι η κυβέρνηση Μερτς ενδέχεται να υποστεί την ίδια τύχη με εκείνη του προκατόχου του, Ολαφ Σολτς και να καταρρεύσει πριν ολοκληρώσει τη θητεία της.
Η δικομματική του συμμαχία έχει παραλύσει από εσωτερικές διαμάχες και αντιπαλότητες. Οι σύμβουλοι του Μερτς μείωσαν τις προβλέψεις τους για την ανάπτυξη της Γερμανίας το 2026 σε κάτω από 1%, αναδεικνύοντας το μέγεθος της πρόκλησης που αντιμετωπίζει ο καγκελάριος για την ανάπτυξη της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης. Οι περισσότερες από τις οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησής του θα τεθούν σε εφαρμογή τον Ιανουάριο και στο κόμμα του ελπίζουν ότι οι εταιρείες και οι καταναλωτές θα αρχίσουν να βλέπουν τα αποτελέσματα.
Καθώς σε αυτή τη χρονιά έχει μπροστά του τέσσερις κρατιδιακές εκλογές, έχουν πλέον αρχίσει τα… στοιχήματα για την αντοχή της άλλοτε αδιαμφισβήτητης γερμανικής πολιτικής σταθερότητας με όλα τα ενδεχόμενα να μοιάζουν ανοιχτά.
Διπλό παιχνίδι για να παραμείνει… ισόβιος «Σουλτάνος»
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα επιχειρήσει το 2026 να εξουδετερώσει τις τελευταίες ισχυρές αντιπολιτευτικές εστίες πριν ανοίξει τον δρόμο για συνταγματική αναθεώρηση – αυτή που θα του επιτρέψει να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα το 2028.

Το κύμα δικαστικών διώξεων σε δημάρχους της αντιπολίτευσης, δεν είναι τυχαίο. Αντίθετα, συνδέονται με μια μεθοδική προσπάθεια «εκκαθάρισης» της αντιπολίτευσης με νομικά εργαλεία, παράλληλα με την αποστολή «σημάτων καλής θέλησης»: διαρροές για πιθανή απελευθέρωση του Ντεμιρτάς ή ακόμη και του Οτσαλάν, και υπόγειες συνεννοήσεις με παλαιούς αντιπάλους όπως ο Αλί Μπαμπατζάν.
Η τουρκική δικαιοσύνη με ένα κατηγορητήριο-μαμούθ σχεδόν 4.000 σελίδων, βάζει στο στόχαστρο όχι μόνο τον δήμαρχο Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, αλλά και το ίδιο το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ο επικεφαλής της Εισαγγελίας της Κωνσταντινούπολης, Ακίν Γκιουρλέκ, έχει γίνει για πολλούς το πρόσωπο–σύμβολο της νέας εκστρατείας κατά της τουρκικής αντιπολίτευσης. Από την άνοιξη του 2024, δεκάδες εκλεγμένοι δήμαρχοι και δημοτικοί σύμβουλοι του CHP έχουν οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη και κατέληξαν φυλακισμένοι ή καθαιρεμένοι από τα αξιώματά τους. Πολλοί αντικαταστάθηκαν από διορισμένους «επιτρόπους», επαναφέροντας μνήμες παλιότερων αυταρχικών πρακτικών.
Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική: την ώρα που η κυβέρνηση εμφανίζεται διαλλακτική στο κουρδικό ή τις διεθνείς σχέσεις, σκληραίνει στο εσωτερικό. Μια διπλή τακτική που αποσκοπεί στη διάσπαση και αποδυνάμωση του αντιπολιτευτικού μετώπου. Το σενάριο ενός CHP απαγορευμένου, με φυλακισμένους ηγέτες και έναν Ιμάμογλου–σύμβολο πίσω από τα κάγκελα, δεν είναι πια αδιανόητο. Είναι, ίσως, η προϋπόθεση για το επόμενο βήμα του Ερντογάν.












