
Μέσα σε δύο μήνες, οι ανήλικοι μάς έδειξαν τη ρωγμή με σίδερο, αίμα και σιωπή
Υπάρχει ένα σημείο που δεν διαβάζεις άλλο ειδήσεις. Τις καταπίνεις. Και σου κάθονται κάπου στο στέρνο σαν κόμπος. Η λίστα μεγαλώνει, τα ονόματα αλλάζουν, οι ηλικίες μικραίνουν. Κι εσύ κάνεις αυτό που κάνει κάθε ενήλικος που έχει μάθει να επιβιώνει σε μια χώρα που τρέχει: πατάς «συνέχεια» για να μη νιώσεις.
Μόνο που εδώ δεν έχει «συνέχεια». Έχει 12, 13, 14, 16, 17 ετών. Έχει ραντεβού-παγίδα, έχει καταδίωξη, έχει ενέδρα. Έχει μαχαίρι 20 εκατοστών σε σχολική τσάντα. Έχει «πεταλούδα» μέσα σε σχολείο. Έχει σουγιάδες και κροτίδες, εκβιασμούς και κλοπές, νοσοκομεία και συλλήψεις, και – για να μη το λέμε στρογγυλά – έχει και νεκρό.
Και το πιο τρομακτικό είναι η ταχύτητα. Δύο μήνες. Μια ανάσα. Ένα blink.
Εκεί αρχίζει η κλασική μας ελληνική τελετουργία: να βρούμε ένα βολικό κουμπί, να το πατήσουμε και να πιστέψουμε ότι εξηγήσαμε τον κόσμο.
Το πρώτο κουμπί λέει «κακοί χαρακτήρες». Σαν να ξύπνησε ένα πρωί η κοινωνία και να αποφάσισε να γεμίσει σχολεία με μικρούς κακούς σε ρόλο ενηλίκων. Το δεύτερο κουμπί λέει «μια μειονότητα». Κάνεις το γνωστό φιλτράρισμα, πετάς ό,τι δεν χωράει στο αφήγημά σου, κρατάς ό,τι σε βολεύει και το σερβίρεις με σιγουριά: Ρομά, πρόσφυγες, μετανάστες, όποιος είναι αρκετά «άλλος» για να τον δείχνεις χωρίς τύψεις. Το τρίτο κουμπί είναι το αγαπημένο των μεγάλων: «η γενιά χάλασε». Γιατί είναι γλυκό να πιστεύεις πως εσύ ήσουν καλύτερος, άρα είσαι ακόμα καλύτερος. Κι αν δεν είσαι, τουλάχιστον έχεις κάποιον να κατηγορείς.
Όλα αυτά βγάζουν νόημα για πέντε λεπτά. Και μετά ξαναγυρίζεις στη λίστα και μένεις με το ίδιο ερώτημα: τι ακριβώς συμβαίνει;
Αυτό που συμβαίνει δεν είναι «τυπικό bullying». Δεν είναι η παλιά, θλιβερή, καθημερινή σκληρότητα του σχολείου που όλοι κάπως γνωρίσαμε και μετά την κάναμε τραύμα-ρουτίνα. Αυτό που συμβαίνει είναι μια βίαιη αναβάθμιση. Είναι παιδιά που δεν παίζουν πια «ποιος είναι ο μάγκας». Παίζουν «ποιος θα μείνει όρθιος». Με όρους δρόμου, με όρους εγκλήματος, με όρους θανάτου. Και το κάνουν τόσο φυσικά, σαν να το είχαν δει σε tutorial.
Πριν τρέξουμε να τα βαφτίσουμε τέρατα, ας κάνουμε το πιο δύσκολο πράγμα για έναν μεγάλο: να μην κρυφτεί πίσω από την εύκολη εξήγηση. Γιατί μπορεί να υπάρχουν «πρόσωπα» και «περιστατικά», αλλά από ένα σημείο και μετά υπάρχει μοτίβο. Και το μοτίβο δείχνει κοινωνία, όχι μόνο παιδιά.
Ζούμε σε έναν κόσμο που έχει γεμίσει θόρυβο και έχει αδειάσει από παρουσία. Σπίτια με δύο γονείς, τέσσερις οθόνες και μηδέν κουβέντες που να κρατάνε πάνω από δύο λεπτά. Σχολεία που πιέζονται να παράγουν «ύλη», όχι ανθρώπους. Γειτονιές που έπαψαν να είναι κοινότητες και έγιναν πάρκινγκ. Ενήλικες που είμαστε μονίμως «κουρασμένοι» και κάπως το φοράμε σαν παράσημο. Σαν να μας δικαιώνει η εξάντληση.
Κι ανάμεσα σε όλα αυτά μεγαλώνει το παιδί. Με δύο αντιφατικές εντολές: να είναι «ευαίσθητο» αλλά να μην «το πατάνε». Να «εκφράζεται» αλλά να «μην κάνει φασαρία». Να «μιλάει» αλλά να «μην παραπονιέται».
Και κάπου εκεί, το παιδί καταλαβαίνει κάτι πολύ πρακτικό: ότι για να σε ακούσουν πρέπει να ανεβάσεις ένταση. Ότι αν μιλήσεις ήρεμα, θα σε διακόψουν. Αν κλάψεις, θα σε κοροϊδέψουν. Αν φοβηθείς, θα το μυριστούν. Άρα; Άρα θα κάνει αυτό που κάνει κάθε οργανισμός που νιώθει μικρός: θα φορέσει πανοπλία.
Μόνο που η πανοπλία στα 12 δεν είναι ιδεολογία αλλά αντικείμενο. Ένα μαχαίρι. Ένας σουγιάς. Μια «πεταλούδα». Κάτι να δείχνει ότι δεν είσαι εύκολος στόχος.
Και τότε εμείς, οι ώριμοι, θυμόμαστε ξαφνικά τη λέξη «ηθική». Σηκώνουμε το δάχτυλο σαν να είναι φωτορυθμικό. Μιλάμε για «αξίες», για «σεβασμό», για «παλιά που δεν ήταν έτσι». Κι αποφεύγουμε να κάνουμε την ερώτηση που καίει: πού ήμασταν όταν χτιζόταν αυτό; Πού ήμασταν όταν το παιδί μάζευε μέσα του ντροπή, θυμό, απόρριψη, μοναξιά, και κανείς δεν είχε χρόνο να κάτσει δίπλα του χωρίς να δώσει διάλεξη;
Γιατί εδώ είναι η μεγάλη παρεξήγηση: δεν είναι ότι τα παιδιά δεν έχουν κανόνες. Είναι ότι πολλά παιδιά δεν έχουν εργαλεία. Δεν έχουν λεξιλόγιο για να πουν «φοβάμαι». Δεν έχουν χώρο για να πουν «ντρέπομαι». Δεν έχουν ασφαλές πλαίσιο για να πουν «με προσβάλλουν» χωρίς να τους πεις «ε, αντέχεις». Κι όταν δεν έχεις εργαλεία, βρίσκεις υποκατάστατα.
Βάζεις το σώμα σου μπροστά. Βάζεις τη βία μπροστά. Για να μη σε φάει η σιωπή.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να δεχτούμε ότι αυτά τα περιστατικά είναι ο καθρέφτης μας. Όχι επειδή «φταίμε όλοι» (η εύκολη, άνευρη φράση που δεν αλλάζει τίποτα), αλλά επειδή ο τρόπος που χτίσαμε τη ζωή, αγχωμένος, αποσπασμένος, ανταγωνιστικός, μονίμως online και συναισθηματικά offline, έδωσε στα παιδιά ένα μάθημα: ότι ο κόσμος είναι εχθρικός και πρέπει να είσαι έτοιμος.
Και τώρα που είναι έτοιμα, τρομάξαμε.
Δεν χρειάζεται άλλη μια καμπάνια με ωραίες αφίσες και ψαγμένα hashtags. Χρειάζεται το σπάνιο πράγμα που δεν χωράει στα δελτία: επιστροφή.
Επιστροφή του γονιού που δεν είναι μόνο χρηματοδότης και ελεγκτής οθόνης.
Επιστροφή του σχολείου που δεν είναι μόνο εξετάσεις και αποβολές.
Επιστροφή της γειτονιάς που δεν είναι μόνο «μην παρκάρεις εδώ».
Επιστροφή ενός κράτους που δεν θυμάται τους ανήλικους μόνο όταν γίνεται έγκλημα.
Και πάνω απ’ όλα, επιστροφή στη στοιχειώδη ιδέα ότι ένα παιδί δεν χρειάζεται να κερδίσει χώρο με φόβο. Χρειάζεται να του τον δώσεις χωρίς να σε εκβιάσει.
Γιατί τα παιδιά με τα μαχαίρια δεν γεννήθηκαν με λεπίδα στο χέρι. Γεννήθηκαν με χέρι ανοιχτό. Κάπου, στη διαδρομή, το χέρι αυτό δεν το έπιασε κανείς.
Κι αν θέλουμε να μιλάμε για «ωριμότητα», ας το αποδείξουμε: όχι με μεγαλύτερες τιμωρίες και μεγαλύτερες κραυγές, αλλά με μεγαλύτερη παρουσία.
Για να μην χρειαστεί ξανά να διαβάζουμε λίστες.
Για να μη γίνει η βία η μητρική γλώσσα των παιδιών μας.












