Υπάρχει μια παράξενη αντίφαση στη ζωή των νέων σήμερα: ζούμε σε πόλεις που υποτίθεται ότι προστατεύονται, αλλά σπάνια νιώθουμε πραγματικά ασφαλείς. Φοβόμαστε την εγκληματικότητα, τις επιθέσεις, τις κλοπές, τη βία στον δρόμο. Ταυτόχρονα όμως φοβόμαστε και εκείνους που έχουν αναλάβει να μας προστατεύουν. Αυτή είναι η ανασφάλεια της ασφάλειας: μια διπλή δυσπιστία που δεν λέγεται εύκολα, αλλά βιώνεται καθημερινά.
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Για έναν νέο άνθρωπο το να κυκλοφορεί βράδυ δεν είναι απλώς ζήτημα προσοχής, κυρίως είναι υπολογισμός. Ποιος δρόμος φωτίζεται καλύτερα. Πού έχει κόσμο. Πού δεν θα σε σταματήσει κανείς «για έναν έλεγχο». Το άγχος δεν τελειώνει όταν αποφεύγεις τον κίνδυνο, συνεχίζεται γιατί δεν ξέρεις από πού μπορεί να έρθει.
Η εγκληματικότητα είναι υπαρκτή και κανείς δεν το αρνείται. Οι νέοι τη νιώθουν πρώτοι: στα μέσα μεταφοράς, στις πλατείες, στις γειτονιές που αλλάζουν χαρακτήρα μέσα σε λίγα χρόνια. Όμως, η απάντηση σε αυτό τον φόβο δεν ήταν πάντα καθησυχαστική. Συχνά ήταν ένταση. Έλεγχοι χωρίς εξήγηση. Παρουσία που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη αλλά επιφυλακή.
Κάπως έτσι δημιουργήθηκε ένα περίεργο συναίσθημα: δεν ξέρεις ποιον να φοβηθείς περισσότερο. Αυτόν που μπορεί να σου κάνει κακό ή αυτόν που μπορεί να σου ζητήσει ταυτότητα με τρόπο που σε κάνει να νιώθεις ύποπτος απλώς επειδή υπάρχεις. Για πολλούς νέους, ειδικά για όσους μοιάζουν «λάθος», η αστυνομική παρουσία δεν σημαίνει ασφάλεια, σημαίνει πιθανό μπλέξιμο.
Δεν πρόκειται για ιδεολογία. Είναι εμπειρία. Ιστορίες φίλων. Βίντεο που κυκλοφορούν. Έλεγχοι που ξεφεύγουν. Στιγμές που σε κάνουν να σκέφτεσαι δύο φορές πριν ζητήσεις βοήθεια. Και όταν ένας νέος φοβάται να απευθυνθεί στην Αστυνομία, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Η γενιά αυτή δεν ζητά λιγότερη ασφάλεια. Ζητά άλλη ασφάλεια. Ασφάλεια που να μη βασίζεται στον φόβο. Που να μην αντιμετωπίζει τον νέο ως δυνάμει απειλή. Που να μην κάνει διάκριση ανάμεσα σε «κανονικούς» και «ύποπτους» πολίτες με βάση την εμφάνιση, το φύλο, το χρώμα ή την παρέα.
Γιατί όταν η ασφάλεια γίνεται κάτι που σε αγχώνει αντί να σε καθησυχάζει, τότε χάνει τον λόγο ύπαρξής της. Και όταν ο νέος νιώθει ότι πρέπει να προστατευτεί και από τον κίνδυνο και από την προστασία, τότε το κοινωνικό συμβόλαιο έχει ραγίσει.
Η ασφάλεια δεν μετριέται σε περιπολικά και ελέγχους αλλά σε εμπιστοσύνη. Αν οι νέοι φοβούνται και το έγκλημα και την Αστυνομία, τότε δεν έχουμε πρόβλημα αστυνόμευσης, έχουμε πρόβλημα σχέσης. Και καμία κοινωνία δεν μπορεί να νιώθει πραγματικά ασφαλής όταν οι νέοι της περπατούν με διπλό φόβο.











