Φιλοδοξώντας, όπως αναφέρει, «να συμβάλει τεκμηριωμένα στη δημόσια συζήτηση γύρω από τις εξελίξεις στην ελληνική και ευρωπαϊκή οικονομία» το Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα κάνει τη… δική του σύγκριση για την περίοδο 2015-2019 με την περίοδο 2019-2024.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έρευνας, οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας δεν επιβεβαιώνουν το αφήγημα ενός κυβερνητικού success story κατά την τελευταία πενταετία. «Μετά τη βαθιά ύφεση της περιόδου 2010-2013, η ελληνική οικονομία επανήλθε σταδιακά σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, οι οποίοι συνεχίζονται μέχρι σήμερα, χωρίς ωστόσο να καταγράφεται ουσιαστική επιτάχυνση στη μεταμνημονιακή περίοδο» αναφέρει.
«Ειδικότερα, την περίοδο 2015-2019 καταγράφηκε ταχύτερη αύξηση των εξαγωγών, μεγαλύτερη μείωση της ανεργίας και ενίσχυση του μεριδίου των μισθών στο ΑΕΠ», γεγονός που –σύμφωνα με το Ινστιτούτο– υποδηλώνει πραγματική αναδιανομή εισοδήματος. «Αντιθέτως, την περίοδο 2019-2024 παρατηρείται μείωση του μεριδίου των μισθών, ενώ οι επενδύσεις αυξήθηκαν μεν ταχύτερα, αλλά με σύνθεση που δεν ενισχύει ουσιαστικά την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας» συμπληρώνει.
Η έρευνα επιχειρηματολογεί ότι την περίοδο 2023-2024, όταν η οικονομία βρισκόταν πλέον εκτός κρίσης, οι ρυθμοί ανάπτυξης ήταν αντίστοιχοι με εκείνους της περιόδου 2018-2019, όταν η χώρα έβγαινε από τα μνημόνια και χωρίς τη στήριξη των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης. Παράλληλα, αμφισβητείται η κυβερνητική ρητορική περί διαρθρωτικών αλλαγών, καθώς η ανάπτυξη εξακολουθεί να στηρίζεται κυρίως στην ιδιωτική κατανάλωση.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην αγορά εργασίας και στις επενδύσεις. Όπως υποστηρίζει, η ανεργία μειώθηκε κατά 8,7 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2014-2019, έναντι μείωσης 7,8 μονάδων την περίοδο 2019-2024, παρά το ευνοϊκότερο οικονομικό περιβάλλον της δεύτερης περιόδου. Στο πεδίο των επενδύσεων, η Ελλάδα παραμένει προτελευταία στην ΕΕ ως προς το ποσοστό επενδύσεων επί του ΑΕΠ, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν μόλις κατά 2,5% την τελευταία πενταετία, έναντι 7,1% την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.
Το Ινστιτούτο θέτει, τέλος, ερωτήματα για την αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, σημειώνοντας ότι οι προβλέψεις για αύξηση των επενδύσεων κατά 15% δεν επιβεβαιώθηκαν, καθώς η πραγματική επίδοση δεν έφτασε ούτε το ένα τρίτο του στόχου.












