Η Ελλάδα έχει αλλάξει. Για την ακρίβεια, απέχει πολύ από τη χώρα-παρία των προβλημάτων, του οικονομικού κραχ, της αφερεγγυότητας, του κράτους-μέλους της ΕΕ που παρήγε μονάχα αρνητικές ειδήσεις και κάποιοι το ενέτασσαν ως το γράμμα G στα «ευρω-PIGS». Δεν είναι τυχαίες οι θετικές (στο όριο των αποθεωτικών) αναφορές βρετανικών ΜΜΕ και έγκριτων δημοσιογράφων στην άμεσα υπερασπιστική στάση της Ελλάδας και του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη ως προς την Κύπρο, αμέσως μετά την επίθεση που η Μεγαλόνησος δέχτηκε από drones προ ημερών. Ορισμένοι μιλάνε για την «ήπια ισχύ» της Ελλάδας. Άλλοι στέκονται στην «ανικανότητα της Βρετανίας να υπερασπιστεί οτιδήποτε» σε αντιδιαστολή με την κυβέρνηση της πατρίδα μας που έσπευσε να κάνει το εθνικά αυτονόητο: να συνδράμει την Κύπρο.
- του Δημήτρη Μαρκόπουλου Βουλευτής Β’ Πειραιώς με τη ΝΔ
Κι όμως. Αυτό που για τους Βρετανούς αποτελεί την ειδοποιό διαφορά μεταξύ της κυβέρνησης των Εργατικών και της δικής μας κυβέρνησης, αυτό που παρουσιάζεται ως βρετανική παρακμή και ως ελληνική επιτυχία, για κάποιους μονίμως αντιπολιτευόμενους, για τις δυνάμεις της εγχώριας μεμψιμοιρίας και της κακομοιριάς, για τους μίζερους που πουλάνε κατήφεια και γκρίνια είναι ακόμη καλά καλά και λόγος για να απολογηθεί η ΝΔ.
Είναι εκείνοι που φωνάζουν, χωρίς να έχουν κανένα στρατηγικό βάθος και καμία αίσθηση του διεθνούς γεωστρατηγικού ή πολιτικού πλαισίου, πως η Ελλάδα θα πρέπει να παραμείνει απαθής ή ακόμη και να στραφεί με δηλώσεις της κατά συμμαχικών κρατών. Άλλοι δε -ομολογώ τραγικά μειοψηφικοί- το πηγαίνουν και ακόμη παραπέρα διατρανώνοντας πως ταυτίζονται με το Ιράν.
Να ξεκαθαρίσουμε λοιπόν ορισμένα πράγματα: είναι υποχρέωση της μητέρας Ελλάδας να συνδράμει την αδελφή Κυπριακή Δημοκρατία. Ο ελληνισμός μπορεί να αποτελείται από δύο κράτη, όμως ως αντίληψη είναι αδιαίρετος. Και φυσικά όταν η Κύπρος αιτείται, η Ελλάδα δεν μπορεί να παραμένει αμέτοχη και αδιάφορη. Οφείλει να συνδράμει. Οτιδήποτε διαφορετικό θα αποτελούσε αδικαιολόγητη εθνική ολιγωρία με προφανείς συνέπειες. Επιπρόσθετα, η Ελλάδα ή η Κύπρος ουδέποτε επιτέθηκαν σε κανέναν. Το Ιράν είδε το έδαφος της ειρηνικής Κύπρου ως θέατρο παρέμβασης με τρόπο απαράδεκτο και καταδικαστέο. Και ξεκάθαρα καμία από τους δύο χώρες μας δεν θα ζητήσει την άδεια κανενός άλλου κράτους για να προσδιορίσει τις σχέσεις της με το ΝΑΤΟ ή με άλλες χώρες όπως οι ΗΠΑ ή η Βρετανία. Ελλάδα και Κύπρος αυτοπροσδιορίζονται δίχως να έχουν επιθετική βούληση. Δεν ετεροκαθορίζονται όμως υπό τον φόβο απειλών. Και αυτά τα λέμε διότι ξαφνικά οι οπαδοί της «καχεκτικής και φοβισμένης Ελλάδας» δείχνουν να επιθυμούν μια χώρα αμέτοχη, μια πατρίδα που θα καθίσει στον διεθνή πάγκο, ενδεχομένως και θα κινηθεί κατά των συμμαχικών της κρατών, την ίδια ώρα που προ ετών μιλούσαν για ενεργειακές συμφωνίες με τους μουλάδες ή με το Καράκας του Μαδούρο.
Και όλα αυτά χωρίς να σταθμίζουν το γεγονός ότι η Τουρκία είναι εκείνη που συνεργάζεται στενά με το ισλαμικό θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης και ο πρόεδρος Ερντογάν αποτελεί έναν από τους ελάχιστους ηγέτες παγκοσμίως που δημόσια τόνισαν ότι λυπήθηκαν για τον θάνατο του Χαμενεΐ. Ενός καταπιεστή, για να θυμηθούμε και την αριστερή ρητορική που κυρίως εκτοξεύεται μεταφορικά προς τον διεθνή καπιταλισμό, που όμως στο Ιράν έχει τη ρεαλιστική του εφαρμογή ως ορολογία.
Κανένας δεν λέει η Ελλάδα να κινηθεί η ίδια κατά κανενός κράτους. Όμως, δεν μπορούμε στο όνομα μιας ηττοπαθούς στάσης να υποχωρούμε όταν ο ελληνισμός προκαλείται με τρόπο μάλιστα βίαιο.
Μονόδρομος λοιπόν για τη χώρα μας είναι η υπεράσπιση του ελληνισμού όταν αυτός βάλλεται αναιτιολόγητα. Μονόδρομος όμως είναι και η πολιτική εθνικής αυτοπεποίθησης σε έναν πλανήτη που αλλάζει και στον οποίο οφείλουμε να υπηρετήσουμε την πολιτική των δικών μας δικαίων και συμφερόντων. Δίκαια και συμφέροντα που προφανώς δεν υπηρετούν θεοκρατικά και καταπιεστικά καθεστώτα, αλλά αστικές δημοκρατίες, που παρά τα προβλήματα λύνουν τα ζητήματά τους με τη λαϊκή εντολή και όχι με άνωθεν παρεμβάσεις.











