Κάποτε ο εθελοντισμός ήταν απλή υπόθεση. Έδινες χρόνο, χέρια, παρουσία. Δεν ρωτούσες τι θα κερδίσεις, γιατί το κέρδος ήταν η αίσθηση ότι έκανες κάτι σωστό. Σήμερα, για τη νέα γενιά, ο εθελοντισμός περνά πρώτα από μια άλλη ερώτηση: «Πού το γράφω αυτό;».
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Και όχι από κυνισμό αλλά από πραγματικότητα.
Η Gen Z μεγάλωσε σε έναν κόσμο όπου όλα μετριούνται, καταγράφονται και αξιολογούνται. Πτυχία, σεμινάρια, skills, badges, endorsements. Μέσα σε αυτή τη λογική, ο εθελοντισμός δεν γλίτωσε. Μετατράπηκε κι αυτός σε γραμμή βιογραφικού. Σε απόδειξη «ενεργού πολίτη». Σε social proof.
Και κάπου εδώ αρχίζει η αμηχανία.
Γιατί οι νέοι θέλουν να προσφέρουν. Θέλουν να νιώθουν χρήσιμοι, να συμμετέχουν, να ανήκουν. Αλλά ταυτόχρονα ξέρουν ότι ζουν σε μια αγορά εργασίας που δεν συγχωρεί την «αφέλεια». Που δεν επιβραβεύει το ανιδιοτελές, αλλά το αξιοποιήσιμο. Έτσι γεννιέται το δίλημμα: κάνω εθελοντισμό επειδή με αφορά ή επειδή με συμφέρει;
Οι οργανώσεις το ξέρουν. Τα πανεπιστήμια το ξέρουν. Οι εργοδότες το ξέρουν. Και συχνά το ενισχύουν. Πιστοποιήσεις, βεβαιώσεις, ώρες, τίτλοι. Ο εθελοντισμός ντύνεται με KPI. Γίνεται project. Με deadlines, reporting και φωτογραφίες για τα social. Αν δεν ποσταριστεί, σχεδόν δεν έγινε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ψεύτικος. Σημαίνει ότι είναι διχασμένος.
Υπάρχει ο εθελοντισμός της ουσίας, εκείνος που γίνεται αθόρυβα, σε γειτονιές, σε ομάδες αλληλεγγύης, σε δράσεις χωρίς logo και hashtag. Και υπάρχει και ο εθελοντισμός του portfolio, εκείνος που επιλέγεται στρατηγικά, γιατί «γράφει καλά», γιατί ανοίγει πόρτες, γιατί ταιριάζει με το αφήγημα του εαυτού μας.
Οι νέοι κινούνται ανάμεσα στα δύο χωρίς ενοχές. Γιατί δεν τους έμαθε κανείς πώς να προσφέρουν χωρίς να αξιολογούνται. Σε έναν κόσμο που ζητά απόδοση από τα πάντα, ακόμα και η καλοσύνη πρέπει να αποδειχθεί χρήσιμη.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιοι «εκμεταλλεύονται» τον εθελοντισμό. Το πρόβλημα είναι ότι η κοινωνία έχει μετατρέψει την προσφορά σε νόμισμα. Ότι ακόμα και η αλληλεγγύη χρειάζεται αφήγημα για να θεωρηθεί έγκυρη. Ότι αν δεν μεταφράζεται σε ευκαιρία, θεωρείται χαμένος χρόνος.
Κι όμως, η γενιά αυτή δείχνει κάτι ενδιαφέρον: όσο περνά ο καιρός, τόσο περισσότερο κουράζεται από το performance. Από τη βιτρίνα. Από το «κοίτα τι κάνω». Αναζητά δράσεις μικρές, τοπικές, ανθρώπινες. Εκεί που δεν χρειάζεται βεβαίωση, αλλά παρουσία. Εκεί που η προσφορά δεν γίνεται επένδυση, αλλά σχέση.
Ο εθελοντισμός δεν είναι ούτε αγνός ούτε κυνικός. Είναι καθρέφτης της εποχής. Αν θέλουμε να είναι ξανά ουσία και όχι portfolio, πρέπει να πάψουμε να ζητάμε από τους νέους να αποδεικνύουν ότι αξίζουν μέσα από την προσφορά τους. Γιατί η αλληλεγγύη δεν είναι προσόν. Είναι στάση ζωής. Και δεν χωράει πάντα σε bullet point.











