
Έχει πολλές πτυχές αυτή η υπόθεση με την τροπολογία για την επιμέλεια των παιδιών, που κατατέθηκε στη Βουλή και ψηφίστηκε από την συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών. Πέρα από το γεγονός ότι μερίδα της αντιπολίτευσης χαρακτήρισε «φωτογραφική» την συγκεκριμένη τροπολογία (η ρύθμιση να σημειωθεί αφορά όλους τους πολίτες, γιατί αφορά ένα δικαίωμα) και τη «φόρτωσε» σε (γυναίκα) υπουργό της κυβέρνησης, επειδή πρώτη έσπευσε να κάνει χρήση της, η όλη υπόθεση ανέδειξε και τα βαθύτερα προβλήματα της εποχής μας, που απορρέουν από τον ίδιο τον θεσμό της ελληνικής οικογένειας.
Η ελληνική οικογένεια σε μετασχηματισμό
Ο οποίος θεσμός, το παραδοσιακό μοντέλο οικογενειακής ζωής στην Ελλάδα (και σε πολλές χώρες της Ευρώπης) φαίνεται πως αναθεωρείται ριζικά τα τελευταία χρόνια. Οι διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις μετασχηματίζονται διαρκώς, ακολουθώντας τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές εξελίξεις, ενώ σημειώνονται σημαντικές μεταβολές στους γάμους, τα διαζύγια και την τεκνοποίηση.

Μια ευρωπαϊκή χώρα μάλιστα, η Γαλλία, προχώρησε σε μια ιστορική αλλαγή στο οικογενειακό της δίκαιο: η σεξουαλική επαφή δεν θεωρείται πλέον υποχρέωση μεταξύ συζύγων, αποφάσισε η Γαλλική Εθνοσυνέλευση. Η αλλαγή ήρθε ύστερα από σειρά περιπτώσεων διαζυγίων, όπου δικαστές είχαν χαρακτηρίσει «ένοχο» τον ή τη σύζυγο που δεν επιθυμούσε πια σεξουαλική σχέση. Η νέα διάταξη ορίζει ρητά ότι «η συμβίωση δεν δημιουργεί καμία υποχρέωση για τους συζύγους να έχουν σεξουαλικές σχέσεις».
Στατιστικά για γάμους, σύμφωνα συμβίωσης και διαζύγια στην Ελλάδα
Γεγονός πλέον είναι ότι ο θεσμός της οικογένειας δείχνει σήμερα να έχει κλονιστεί σημαντικά, κυρίως λόγω των οικονομικών δυσχερειών, αλλά και γενικότερα των μεταβολών- κοινωνικών κ.α.-που έχουν επέλθει. Λιγότεροι γάμοι, περισσότερα διαζύγια και αρκετές οικογένειες χωρίς παιδιά σχηματίζουν το προφίλ της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας, της οποίας όμως ο θεσμός βασικά παραμένει σταθερός στη χώρα μας, βάσει στοιχείων των τελευταίων ερευνών.
Ιδιατέρως ενδιαφέροντα τα στοιχεία της Eurostat, όπως αυτά καταγράφονται στην τελευταία της έκθεση για τα έτη 2023-2025 .Σύμφωνα με αυτά:
- Φθίνουσα πορεία σημείωσαν οι γάμοι στην Ελλάδα, καθώς μειώθηκαν κατά 6.9%. Ένα στοιχείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η μεγάλη αύξηση στα σύμφωνα συμβίωσης (+17,4% σε σχέση με το 2023).
- Τα έτη 2024 -25 αυξήθηκαν και τα διαζύγια, (+4,4%) και το 80% που εκδόθηκαν ήταν συναινετικά. Το 66,4% των διαζυγίων αφορούσαν γάμους που διήρκησαν δέκα και πλέον έτη.
Αναλυτικά: Οι γάμοι το 2024 ( έτος για το οποίο περιλαμβάνονται αναλυτικά στοιχεία) ανήλθαν σε 40.351 (21.402 θρησκευτικοί και 18.949 πολιτικοί) παρουσιάζοντας μείωση κατά 6,9% σε σχέση με το 2023, κατά το οποίο είχαν πραγματοποιηθεί 43.355 (21.381 θρησκευτικοί και 21.974 πολιτικοί). Τα σύμφωνα συμβίωσης ανήλθαν σε 15.069, παρουσιάζοντας αύξηση 17,4% σε σύγκριση με το 2023 που ήταν 12.840. Στα σύμφωνα συμβίωσης του έτους 2024 περιλαμβάνονται 262 σύμφωνα συμβίωσης μεταξύ ανδρών και 121 μεταξύ γυναικών.

Τα διαζύγια το ίδιο χρονικό διάστημα ανήλθαν σε 15.114 παρουσιάζοντας αύξηση κατά 4,4% σε σχέση με το 2023 (14.477 διαζύγια). Αναφορικά με τον τύπο διαζυγίου, οκτώ στα δέκα διαζύγια που εκδόθηκαν την τελευταία πενταετία είναι συναινετικά. Κατά το 2024, εκδόθηκαν 12.214 συναινετικά (80,8%) και 2.044 κατ’ αντιδικία διαζύγια (13,5%), ενώ για 856 διαζύγια (5,7%) δεν δηλώθηκε ο τύπος διαζυγίου. Το 2024, οι περισσότερες αποφάσεις διαζυγίων για τους άντρες αφορούσαν την ομάδα ηλικιών 45 – 49 (20,1%), ενώ για τις γυναίκες την ομάδα ηλικιών 40 – 44 (21,3%). Το 66,4% των διαζυγίων που εκδόθηκαν το 2024 αφορά σε γάμους που διήρκησαν 10 και πλέον έτη (9.990 διαζύγια)
Η αναλογία διαζυγίων ανά 100 γάμους ήταν 37,5 το 2024, έναντι 33,4 το 2023, 34,2 το 2022, 41,2 το 2021 και 32,1 το 2020.
Οι γεννήσεις στην Ελλάδα κατά το 2024 ανήλθαν σε 71.455 (36.622 αγόρια και 34.833 κορίτσια) καταγράφοντας μείωση κατά 6,1% σε σχέση με το 2023 που ήταν 76.095 (39.305 αγόρια και 36.790 κορίτσια).

.Οι θάνατοι, κατά το 2024, ανήλθαν σε 128.101 (64.898 άνδρες και 63.203 γυναίκες) καταγράφοντας μείωση κατά 9,0% σε σχέση με το 2023 που ήταν 140.801 (70.802 άνδρες και 69.999 γυναίκες). Οι θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανήλθαν σε 248, αυξάνοντας τον δείκτη βρεφικής θνησιμότητας (θάνατοι βρεφών ηλικίας κάτω του έτους ανά 1.000 γεννήσεις ζώντων) από 3,1 το 2023 σε 3,5 το 2024
Στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2024, πραγματοποιήθηκαν περίπου 1,8 εκατομμύρια γάμοι , με τον δείκτη να ανέρχεται σε 4,0 γάμους ανά 1.000 άτομα. Η τάση αυτή επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη μείωση ενδιαφέροντος για τον θεσμό του γάμου, καθώς από το 1964 ο δείκτης έχει μειωθεί κατά 50%, καθώς τότε καταγράφονταν 8,0 γάμοι ανά 1.000 άτομα.
Παρότι υπήρξαν κάποιες διακυμάνσεις με αυξομειώσεις στους αριθμούς των γάμων, συνολικότερα η πορεία είναι καθοδική. Είναι αξιοσημείωτο πως η πανδημία του COVID-19 το 2020 προκάλεσε απότομη μείωση των γάμων, με τον δείκτη να πέφτει στο 3,2, αλλά από το 2021 και μετά παρατηρείται εκ νέου μια σταδιακή ανάκαμψη.
Οι διαφορές στα στοιχεία μεταξύ των χωρών είναι εντυπωσιακές. Τα έτη 2024 και 2025, οι περισσότεροι γάμοι ανά 1.000 άτομα πραγματοποιήθηκαν στη Ρουμανία (5,8), τη Λετονία (5,6) και την Ουγγαρία (5,2). Αντίθετα, οι χαμηλότεροι δείκτες γάμου καταγράφηκαν στη Σλοβενία (3,0), την Ιταλία (3,1) και τη Βουλγαρία (3,4).
Στα διαζύγια, το χαμηλότερο ποσοστό σημειώθηκε στη Σλοβενία (1,0), την Κροατία (1,1) και τη Ρουμανία (1,2), ενώ τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στη Λετονία (2,8), τη Λιθουανία (2,5) και τη Φινλανδία (2,1).

Παράλληλα με τη μείωση των γάμων, αποτυπώνεται να αυξάνεται το ποσοστό των γεννήσεων εκτός γάμου. Το 2024, το 41,1% των παιδιών που γεννήθηκαν στην ΕΕ είχαν γονείς που δεν ήταν παντρεμένοι, ποσοστό υπερδιπλάσιο από το 17,7% του 1993.
Σε έξι χώρες της ΕΕ, οι γεννήσεις εκτός γάμου ξεπέρασαν εκείνες εντός γάμου. Πρωταγωνιστές αυτής της αλλαγής είναι η Βουλγαρία (59,7%), η Πορτογαλία (59,5%) και η Γαλλία (58,5%), ενώ ακολουθούν η Σουηδία, η Σλοβενία και η Εσθονία.
Στον αντίποδα, η Ελλάδα καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά γεννήσεων εκτός γάμου, με πάνω από 90% των παιδιών να γεννιούνται από παντρεμένους γονείς.
Παρά την ανοδική τάση των τελευταίων δεκαετιών, μεταξύ 2023 και 2024, οι γεννήσεις εκτός γάμου μειώθηκαν σε 16 χώρες της ΕΕ, με τη μεγαλύτερη μείωση να παρατηρείται στην Ελλάδα (-9,5 ποσοστιαίες μονάδες, από 19,2% σε 9,7%).
Η ελληνική οικογένεια παραμένει σταθερή αξία
Σε έναν κόσμο που διαρκώς αλλάζει, σε κάθε του διάσταση, φαίνεται πως για την ελληνική κοινωνία, υπάρχει ένας θεσμός που παραμένει σταθερός: Η οικογένεια.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα μεγάλης έρευνας που διενεργήθηκε από το Εθνικό Ίδρυμα Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) .

Βάσει των στοιχείων της έρευνας η οικογένεια παραμένει σταθερή και καθολική αξία για τους σύγχρονους Έλληνες. Στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι Έλληνες αξιολογούν ως «πολύ» και «πάρα πολύ» σημαντική την οικογένεια, καθώς συνολικά, οι δύο απαντήσεις συγκεντρώνουν ποσοστό 96%, με 24% και 72% αντίστοιχα.
Οι νέες τάσεις στη δημιουργία οικογένειας
Ενδιαφέρον έχουν και οι απαντήσεις στο ερώτημα «ποιους θεωρούμε σήμερα οικογένεια», καθώς οι συμμετέχοντες απαντούν πρώτα τους γονείς τους (81,8% των απαντήσεων), μετά τον/την σύντροφο (76,9%) και στην τρίτη θέση τα παιδιά τους (73%). Σημαντική θέση κατέχουν επίσης και οι παππούδες – γιαγιάδες (55,6%) και οι λοιποί συγγενείς (41,9%), γεγονός που καταδεικνύει τον σημαντικό ρόλο της ευρύτερης οικογένειας. Γίνεται έτσι σαφές ότι οι Έλληνες εξακολουθούν να έχουν στον νου τους την έννοια της ευρύτερης οικογένειας σε μεγάλο ποσοστό ως εξαιρετικά σημαντική, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι τα κατοικίδια θεωρούνται σήμερα μέλη της οικογένειας, τουλάχιστον από το 1/3 των ατόμων που απάντησαν στην έρευνα: Το 35,6% θεωρεί «οικογένεια» το κατοικίδιό του, ενώ η θέση των φίλων ως «οικογένεια» καταγράφεται σε αντίστοιχο ποσοστό (33%).
Οι άνδρες εμφανίζονται πολύ πιο κοντά στους γονείς τους από τις γυναίκες, την ώρα που οι γυναίκες θεωρούν τους φίλους και τα κατοικίδιά τους ως οικογένεια σε υψηλότερα ποσοστά από τους άνδρες.
Παρόλο που, η οικογένεια αξιολογείται ως πολύ σημαντικός θεσμός από τους σύγχρονους Έλληνες, αυτό δεν αποτυπώνεται στα δημογραφικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας μας.
Σήμερα, ανά χίλιους κατοίκους στην Ελλάδα, σημειώνονται αναλογικά 5 γάμοι προς 2 διαζύγια, ενώ συχνότερα χωρίζουν όσοι ανήκουν στην ηλικιακή ομάδα 35 – 44 χρόνων. Στην Ελλάδα, οι γυναίκες διστάζουν όλο και περισσότερο να αποκτήσουν πάνω από δύο παιδιά, ενώ τελευταία η τάση είναι να παραμένουν στο ένα παιδί. Ταυτόχρονα, οι οικονομικοί λόγοι, σε ποσοστό 48,7% και η εργασιακή ανασφάλεια με ποσοστό 12,1%, αξιολογούνται ως οι κυριότερες αιτίες για τις οποίες οι άνθρωποι δυσκολεύονται σήμερα να κάνουν οικογένεια.

Εν τούτοις, σε ποσοστό 68,3%, οι Έλληνες δεν θεωρούν ξεπερασμένο τον θεσμό του γάμου, ο οποίος, σύμφωνα με τις απαντήσεις, ταυτίζεται κυρίως με τις έννοιες: Αγάπη, Παιδιά, Ευτυχία, Ασφάλεια. Την τελευταία θέση στις νοηµατοδοτήσεις καταλαµβάνουν η οικονομική εξασφάλιση και η κοινωνική καταξίωση.
Διαζύγια: Οικονομικές και εργασιακές δυσκολίες
Όσον αφορά στους λόγους για τους οποίους τα ζευγάρια χωρίζουν, είτε πριν είτε μετά τη δημιουργία οικογένειας, οι συχνότερες απαντήσεις ήταν η έλλειψη επικοινωνίας, η απιστία, ο εγωισμός και η βία στην οικογένεια. Μάλιστα, οι ερωτηθέντες στη μεγάλη τους πλειονότητα και με ποσοστό 85% επί του δείγματος, απάντησαν ότι η ενδοοικογενειακή βία είναι «πάρα πολύ συχνή» και «πολύ συχνή» σήμερα στη χώρα μας.
Αναζητώντας, στο πλαίσιο της έρευνας, τους λόγους οι οποίοι «εμποδίζουν» τη δημιουργία οικογένειας, η πλειονότητα των συμμετεχόντων απάντησε ότι η βασική αιτία που δυσκολεύεται να κάνει παιδιά είναι οι οικονομικές δυσκολίες (49% των απαντήσεων) και ο στενά συσχετισμένος με αυτόν λόγος της εργασιακής ανασφάλειας (12,10%), με τις γυναίκες και τους νέους να δίνουν συχνότερα αυτές τις απαντήσεις. Στο ερώτημα «Ποια θεωρείτε ως μεγαλύτερη απειλή για τη δημιουργία οικογένειας στην Ελλάδα σήμερα;», οι ερωτώμενοι απαντούν: Την οικονομική κρίση (43,05%), την επαγγελματική αβεβαιότητα (25,48%) και την αλλαγή των αξιών (23,55%).
Όσοι απάντησαν στην έρευνα θεωρούν ότι η οικογενειακή ζωή και η εργασία δεν συνδυάζονται εύκολα (54,95%), ενώ σε ποσοστό 64%, οι ερωτηθέντες πιστεύουν ότι η τηλεργασία διευκολύνει από πολύ (41,8%) έως παρά πολύ (22,2%) τον συνδυασμό εργασιακής και οικογενειακής ζωής.












