
Το 2026 προβλέπεται ως έτος ουσιαστικών μεταβολών στην αγορά εργασίας του ιδιωτικού τομέα, με εκτιμήσεις για σημαντικές αυξήσεις μισθών που σε ορισμένες κατηγορίες ενδέχεται να φθάσουν και το 15–20%. Ουσιαστικά, οι προσδοκίες εδράζονται στη συμφωνία κυβέρνησης και κοινωνικών εταίρων για την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και στην πολιτική στόχευση για ευρύτερη επέκταση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ) σε όσο το δυνατόν περισσότερους κλάδους.
Η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων
Η προσπάθεια ανασύνταξης του πλαισίου συλλογικής διαπραγμάτευσης έρχεται μετά από χρόνια κατάρρευσης της κλαδικής κάλυψης: σήμερα μόλις το 24% των εργαζομένων καλύπτεται από συλλογική σύμβαση, ενώ μόνο 25 κλαδικές συμβάσεις παραμένουν σε ισχύ — οι περισσότερες με λήξη εντός του 2026. Αντίθετα, το πρώτο εξάμηνο του 2025 σημειώθηκε μια έκρηξη υπογραφής επιχειρησιακών συμβάσεων, με 170 νέες συμφωνίες, μια τάση που έχει αλλάξει τη σύνθεση των καλύψεων αλλά όχι απαραίτητα το επίπεδο των αποδοχών σε όρους βάσης.
Ο κατώτατος μισθός ως μοχλός αυξήσεων
Κεντρικός μοχλός της αναμενόμενης μισθολογικής ώσης είναι και ο κατώτατος μισθός: από την 1η Απριλίου προβλέπεται νέα αύξηση πάνω από τα τρέχοντα 880 ευρώ. Η κυβέρνηση έχει δεσμευθεί για κλιμακωτή άνοδο του κατώτατου μισθού προς το επίπεδο των 950 ευρώ εντός της τετραετίας, ενώ κάποιες εκτιμήσεις θεωρούν πιθανό να επιτευχθούν και υψηλότερα επίπεδα έως το 2027. Η άνοδος του βασικού μισθού λειτουργεί πολλαπλασιαστικά, διότι πολλές επιχειρησιακές και κλαδικές αυξήσεις υπολογίζονται ως ποσοστά πάνω από αυτό το επίπεδο.
Επέκταση των συλλογικών συμβάσεων και νέες ρυθμίσεις
Η νέα νομοθετική πρωτοβουλία της υπουργού Εργασίας προβλέπει μηχανισμούς επέκτασης των κλαδικών συμβάσεων σε επιχειρήσεις και εργαζομένους των αντίστοιχων κλάδων, ιδίως όταν οι ισχύουσες συμβάσεις προσφέρουν περιορισμένη κάλυψη. Στο στόχαστρο βρίσκονται κλάδοι που σήμερα παραμένουν πρακτικά ακάλυπτοι, όπως ο των ιδιωτικών υπαλλήλων — περίπου 700.000 εργαζόμενοι — η είσοδος των οποίων σε συλλογικές ρυθμίσεις θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά το μισθολογικό τοπίο.
Ο στόχος της κάλυψης και οι επιπτώσεις στην αγορά εργασίας
Επιδίωξη της κυβέρνησης είναι η σταδιακή αύξηση της κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις στο 80% της αγοράς εργασίας, ένα φιλόδοξο εγχείρημα που προϋποθέτει τόσο νομικές αλλαγές όσο και διαρκή συνεργασία με εργοδοτικούς και εργατικούς φορείς. Η εφαρμογή αυτής της στρατηγικής αναμένεται να φέρει οριζόντιες αυξήσεις μισθών, αλλά και διαφοροποιήσεις ανάλογα με τη διαπραγματευτική δύναμη κάθε κλάδου και το ύψος των διαθέσιμων πόρων στις επιχειρήσεις.
Από πλευράς εργαζομένων, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι πολλαπλές: όσοι αμείβονται σήμερα με τον κατώτατο μισθό αναμένουν αισθητές βελτιώσεις, ενώ εργοδότες σε κλάδους με υψηλή κλαδική κάλυψη, όπως τραπεζικός τομέας, ασφαλιστικές εταιρείες και ξενοδοχεία, μπορεί να κληθούν να προσαρμοστούν σε νέες κλαδικές κλίμακες αποδοχών. Ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις μικρού μεγέθους — με περιορισμένη ρευστότητα — θα βρεθούν υπό πίεση, γεγονός που απαιτεί ισορροπημένες ρυθμίσεις και πιθανή κρατική υποστήριξη ή φορολογικά κίνητρα για την ομαλή μετάβαση.
Εισόδημα, φόροι και ο διάλογος των κοινωνικών εταίρων
Επιπλέον, η αύξηση των μισθών δεν έρχεται μόνη της: από την 1η Ιανουαρίου ισχύουν φορολογικές ελαφρύνσεις που μειώνουν την παρακράτηση φόρου και αυξάνουν το διαθέσιμο εισόδημα των μισθωτών. Οι μειώσεις των φορολογικών συντελεστών και οι πρόσθετες ελαφρύνσεις για οικογένειες με παιδιά αναμένονται να ενισχύσουν περαιτέρω το πραγματικό εισόδημα, καθιστώντας τις συνολικές αυξήσεις πιο ευδιάκριτες στα εκκαθαριστικά των αποδοχών.
Οι κοινωνικοί εταίροι ωστόσο προειδοποιούν ότι οι αυξήσεις θα πρέπει να συνδυαστούν με μέτρα για την αύξηση της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, ώστε να αποφευχθεί η μεταφορά κόστους σε τιμές ή η συρρίκνωση θέσεων εργασίας. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ζητούν γρήγορη επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και δεσμευτικές επεκτάσεις, ενώ οι εργοδοτικές ενώσεις επισημαίνουν την ανάγκη για ευελιξία και σταδιακή εφαρμογή.
Συμπερασματικά, το 2026 ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στις εργασιακές σχέσεις: η συνδυασμένη επίδραση της επαναφοράς των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της ανόδου του κατώτατου μισθού και των φορολογικών ελαφρύνσεων δημιουργεί ρεαλιστικές προοπτικές για σημαντική αύξηση των αποδοχών, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτεί από οργανωμένη εφαρμογή πολιτικών και διαρκή διάλογο μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών.












