Με επίκληση του πάλαι ποτέ Δόγματος Μονρόε η Ουάσιγκτον με κυνικό τρόπο επιχείρησε δήθεν να δικαιολογήσει τη στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα και τις απειλές Τραμπ για προσάρτηση της Γροιλανδίας, είτε με το καλό είτε με το άγριο.
- του Νότη Μαριά – Καθηγητή Θεσμών της ΕΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην ευρωβουλευτή και βουλευτή Ηρακλείου (notismarias@gmail.com)
Η εφαρμογή του Δόγματος Μονρόε αλά Τραμπ διακηρύχθηκε με τον πιο επίσημο τρόπο από την Ουάσιγκτον με έγγραφο που τιτλοφορείται «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας» των ΗΠΑ με ημερομηνία Νοεμβρίου 2025 (www.whitehouse.gov). Το έγγραφο αυτό, εκτάσεως 29 σελίδων, έγινε κυριολεκτικά viral στην Ευρώπη, ιδίως μετά τις απειλές Τραμπ για τη Γροιλανδία.
Και ενώ οι Ευρωπαίοι αντιμετώπισαν το αμερικανικό χτύπημα στη Βενεζουέλα με μισόλογα, άρχισαν πλέον να ξεσπαθώνουν κατά του Τραμπ λόγω των βλέψεών του για τη Γροιλανδία. Έτσι, μετριοπαθείς κατά τ’ άλλα εφημερίδες, όπως η γαλλική «Le Monde» και η βελγική «Le Soir», με ύφος που θα θύμιζε μάλλον εφημερίδες της κομμουνιστικής Αριστεράς, στις εκδόσεις τους της 8ης Ιανουαρίου 2026 με πηχυαίους τίτλους κάνουν λόγο πλέον για «αμερικανικό ιμπεριαλισμό», κατακεραυνώνοντας τη νέα «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας» και το Δόγμα Μονρόε αλά Τραμπ.
Σύμφωνα λοιπόν με το έγγραφο της νέας «Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας» (σελ. 5 και 15-19), η προτεινόμενη στρατηγική Τραμπ για το Δυτικό Ημισφαίριο σηματοδοτεί μια αποφασιστική επιστροφή των Ηνωμένων Πολιτειών στο Δόγμα Μονρόε, που ως γνωστόν διατυπώθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1823. Και όλα αυτά με στόχο την αποκατάσταση της αμερικανικής υπεροχής και την ανάσχεση της επιρροής των ανταγωνιστών που βρίσκονται εκτός Δυτικού Ημισφαιρίου – κυρίως της Κίνας, της Ρωσίας αλλά και της ίδιας της ΕΕ.
Μάλιστα, στο κείμενο τονίζεται ότι έπειτα από χρόνια «στρατηγικής αμέλειας» η Ουάσιγκτον οφείλει να επιβάλει εκ νέου την πολιτική της πρωτοκαθεδρίας στην περιοχή, θεωρώντας την κυριαρχία στο Δυτικό Ημισφαίριο βασική προϋπόθεση για την εθνική της ασφάλεια και ευημερία.
Ο πυρήνας της στρατηγικής συνοψίζεται στη λογική της «Στρατολόγησης και Επέκτασης».
Σε σχέση με τη «στρατολόγηση» οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να κινητοποιήσουν παραδοσιακούς συμμάχους, ενώ παράλληλα στοχεύουν στον προσεταιρισμό νέων εταίρων, επιχειρώντας να εμφανιστούν ως ο πιο αξιόπιστος οικονομικός εταίρος στην περιοχή. Κομμάτι δύσκολο βέβαια, αν λάβει κανείς υπόψη τους δασμούς που επέβαλαν στις χώρες της αμερικανικής ηπείρου. Παρ’ όλα αυτά, δεν πτοούνται και προκρίνουν την «επέκταση» μέσω οικονομικής διπλωματίας, χρήσης δασμών, αμοιβαίων εμπορικών συμφωνιών και επενδυτικών κινήτρων για τη διασφάλιση της αμερικανικής οικονομικής διείσδυσης και τη θωράκιση κρίσιμων εφοδιαστικών αλυσίδων. Στόχος είναι η μείωση των εξαρτήσεων της περιοχής από ανταγωνιστικές δυνάμεις, κυρίως από την Κίνα, και η μετατροπή του Δυτικού Ημισφαίριου σε προνομιακή αγορά για τους αμερικανικούς επιχειρηματικούς ομίλους.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για τη διείσδυση ξένων δυνάμεων σε υποδομές, λιμάνια, στρατηγικούς πόρους και δίκτυα τεχνολογίας. Η αμερικανική στρατηγική προβλέπει την άσκηση πίεσης ώστε οι χώρες της περιοχής να συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις, απορρίπτοντας τη φτηνή ξένη βοήθεια, κυρίως της Κίνας, παρότι δεν κατονομάζεται.
Καθώς όμως «ο φόβος φυλάει τα έρμα», στο κείμενο προτείνονται αυξημένη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στο Δυτικό Ημισφαίριο και εξασφάλιση πρόσβασης σε στρατηγικές τοποθεσίες.
Και το κερασάκι στην τούρτα, το δίλημμα «αν οι χώρες του Δυτικού Ημισφαιρίου θέλουν να ζήσουν σε έναν κόσμο υπό την ηγεσία των ΗΠΑ ή να επηρεάζονται από χώρες στην άλλη άκρη της υφηλίου».











