Υπάρχουν στιγμές που η χώρα μοιάζει να έχει δύο πρόσωπα. Το ένα το βλέπεις «έξω», που η Ελλάδα κερδίζει χώρο, ρόλο και αξιοπιστία στους διεθνείς θεσμούς. Το άλλο το ζεις «μέσα» με την καθημερινότητα, την επαφή με το κράτος, την ποιότητα των υπηρεσιών, την εμπιστοσύνη που διαταράσσεται.
του Στέλιου Κυμπουρόπουλου
Στο εξωτερικό περιβάλλον, τα τελευταία χρόνια καταγράφονται επιτυχίες που δεν είναι απλώς συμβολικές. Η εκλογή του Κυριάκου Πιερρακάκη στην προεδρία του Eurogroup, για παράδειγμα, δεν είναι μόνο «τίτλος» αλλά μήνυμα ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζεται ως χώρα που μπορεί να συντονίσει, να διαπραγματευτεί, να φέρει ισορροπίες. Αντίστοιχα, η ακύρωση πλευρών του τουρκολιβυκού μνημονίου ή η διεθνής διπλωματική κινητικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δείχνουν ότι τα τετελεσμένα δεν είναι μονόδρομος και ότι, με επιμονή και θεσμικότητα, η χώρα μπορεί να υπερασπίζεται αποτελεσματικά τα συμφέροντά της. Παράλληλα, η Ελλάδα έχει πλέον θέση μη μόνιμου μέλους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για τη διετία 2025-2026 -μια υπενθύμιση ότι η διεθνής παρουσία δεν είναι απλώς φωτογραφίες αλλά ευθύνη.
Τέλος, η παρουσία μας σε διεθνή φόρουμ, οι αναβαθμίσεις αξιοπιστίας της οικονομίας, αλλά και το γεγονός ότι πλέον η Ελλάδα δεν μπαίνει σε συζητήσεις ως «πρόβλημα» αλλά συχνά ως κομμάτι της λύσης.
Αυτές οι επιτυχίες δεν είναι «επικοινωνία». Είναι κεφάλαιο. Δείχνουν ότι η Ελλάδα μπορεί να παράγει σταθερότητα, να εκπέμπει σοβαρότητα, να πείθει. Το ίδιο λένε και οι αριθμοί: ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα, αποκλιμάκωση του χρέους, αναβαθμίσεις από οίκους αξιολόγησης.
Κι όμως, όταν γυρίσεις στο εσωτερικό, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Όχι απαραίτητα «μαύρη», αλλά σίγουρα απαιτητική. Έχουν γίνει βήματα: ψηφιακές υπηρεσίες που όντως γλιτώνουν χρόνο, διαδικασίες που απλοποιήθηκαν, ένα κράτος που σε αρκετές περιπτώσεις έγινε λιγότερο αργό και λιγότερο ταλαιπωρητικό. Αυτά είναι πραγματικά κεκτημένα και δεν πρέπει να τα μηδενίζουμε. Και τα περισσότερα από αυτά έγιναν μέσα στα τελευταία έξι χρόνια. Απλώς δεν αρκούν. Γιατί η καθημερινότητα κρίνεται στα σημεία όπου το σύστημα ακόμη «σπάει».
Τέτοια παραδείγματα είναι η υγεία όταν πολλές φορές η πρόσβαση εξαρτάται από το αν έχεις χρόνο, χρήματα ή γνωριμίες, ή η δικαιοσύνη όταν η καθυστέρηση γίνεται αδικία, ή η παιδεία όταν οι ανισότητες αναπαράγονται αντί να διορθώνονται. Στον δημόσιο χώρο όταν οι πόλεις σχεδιάζονται για έναν «μέσο άνθρωπο» που στην πράξη αποκλείει πολλούς. Και ειδικά για τα ανάπηρα άτομα, το «μέσα» αποκαλύπτει μια βαθύτερη αλήθεια. Η πρόοδος δεν μετριέται από τις καλές προθέσεις, αλλά από το αν μπορείς να ζήσεις αυτόνομα, να κινηθείς, να εργαστείς, να συμμετέχεις χωρίς να χρειάζεται κάθε μέρα να δίνεις μικρές μάχες. Μια ράμπα που δεν οδηγεί πουθενά, ένα πεζοδρόμιο-εμπόδιο, μια εκδήλωση χωρίς πρόβλεψη για πρόσβαση δεν είναι «λεπτομέρειες». Είναι δείκτες δημοκρατίας.
Το στοίχημα, λοιπόν, δεν είναι να διαλέξουμε ποια Ελλάδα «είναι αληθινή». Και οι δύο είναι! Το στοίχημα είναι να ενώσουμε τις δύο εικόνες: να μετατρέψουμε το διεθνές κύρος σε εσωτερική ανθεκτικότητα. Σε θεσμούς που δουλεύουν σταθερά. Σε υπηρεσίες που έχουν πρότυπα ποιότητας. Σε λογοδοσία που δεν φοβόμαστε. Σε ένα κράτος που δεν σε δοκιμάζει, αλλά σε στηρίζει να σταθείς. Η Ελλάδα μπορεί! Το αποδεικνύει «έξω». Τώρα χρειάζεται να το νιώσει, να το εφαρμόσει και «μέσα» ο πολίτης. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως εμπειρία.










