Η χθεσινή δημόσια παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού στο Open δεν λειτούργησε απλώς ως μια ακόμη τηλεοπτική συνέντευξη αλλά ως πολιτικό γεγονός με σαφές αποτύπωμα, προκαλώντας αντιδράσεις σε κόμματα, social media και θεσμικούς φορείς. Και όχι τυχαία. Διότι η επιλογή της να ανακινήσει το ζήτημα των αμβλώσεων με όρους «δημόσιας διαβούλευσης» άνοιξε ένα μέτωπο που θεωρούνταν κλειστό εδώ και δεκαετίες, επαναφέροντας έναν λόγο διχαστικό, αμφίσημο και πολιτικά επικίνδυνο.
Το κεντρικό πρόβλημα της συνέντευξης, όπως γράφει ο Χρήστος Μυτιλινιός στην εφημερίδα «Political», δεν ήταν μόνο τι ειπώθηκε αλλά πώς. Η Καρυστιανού κινούνταν διαρκώς ανάμεσα σε δύο γραμμές: από τη μία αναγνώριζε το δικαίωμα της γυναίκας να αποφασίζει για το σώμα της, από την άλλη μιλούσε για «ηθική διάσταση», «δικαιώματα του εμβρύου» και αδυναμία ιεράρχησης δικαιωμάτων. Η κατάληξη «να αποφασίσει η κοινωνία» λειτούργησε ως μετακύλιση ευθύνης και όχι ως καθαρή πολιτική θέση.
Έντονη αντιπαράθεση
Η αναφορά στη «δημόσια διαβούλευση» για τις αμβλώσεις αποτέλεσε το σημείο μηδέν της αντιπαράθεσης. Πρόκειται για ένα ζήτημα θεσμικά κατοχυρωμένο από το 1986 και κοινωνικά εδραιωμένο με όποιες επιμέρους διαφωνίες. Η επιλογή να παρουσιαστεί εκ νέου ως «ανοικτό» δεν μπορεί να ιδωθεί ως ουδέτερη. Στην πολιτική τέτοιες διατυπώσεις δεν αιωρούνται στο κενό· λειτουργούν ως σήμα προς διαφορετικά ακροατήρια και δημιουργούν αντικρουόμενες προσδοκίες.
Ακριβώς για αυτό και οι αντιδράσεις υπήρξαν άμεσες. Από την κυβέρνηση, διά στόματος του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη, ξεκαθαρίστηκε ότι το δικαίωμα στην άμβλωση δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση και ότι πρόκειται για ζήτημα λυμένο θεσμικά και πολιτικά: «Το πιο φοβερό είναι ότι αυτό ακούστηκε και από γιατρό. Δεν πρόκειται να γυρίσουμε πίσω σε συζητήσεις που είναι λυμένες. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Κάθε γυναίκα, κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για ορίζει το σώμα της, τελεία και παύλα». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, επισημαίνοντας ότι τέτοιες συζητήσεις ανοίγουν δρόμους που η ελληνική κοινωνία έχει επιλέξει να κλείσει.
Αντίστοιχα, από ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά οι τοποθετήσεις ήταν έντονες, με κοινό παρονομαστή ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν τίθενται σε διαβούλευση και ότι η συγκεκριμένη ρητορική παραπέμπει σε συντηρητικά ή ακόμη και ακροδεξιά αφηγήματα που επιχειρούν διεθνώς να περιορίσουν κεκτημένα δεκαετιών.
Πόλωση και σύγχυση στα social media
Η αντιπαράθεση μεταφέρθηκε άμεσα και στα social media, όπου καταγράφηκε καθαρή πόλωση. Από τη μία πλευρά, χιλιάδες χρήστες εξέφρασαν οργή και ανησυχία, μιλώντας για οπισθοδρόμηση, αμφισβήτηση δικαιωμάτων και επικίνδυνες «γκρίζες ζώνες». Από την άλλη, υπήρξε μια τεράστια μερίδα που υπερασπίστηκε τη θέση της, θεωρώντας ότι «άνοιξε έναν αναγκαίο ηθικό διάλογο».
Ακόμη και εκεί ωστόσο ο κοινός παρονομαστής ήταν ένας: ασάφεια. Πολλοί υποστήριξαν ή επέκριναν κάτι που ουσιαστικά δεν ειπώθηκε καθαρά. Αυτό ακριβώς αναδεικνύει το πρόβλημα: όταν ο πολιτικός λόγος αφήνει χώρο για πολλαπλές και αντικρουόμενες ερμηνείες, δεν γεφυρώνει· διχάζει.
Η καταγγελία Καραχάλιου
Στο ήδη φορτισμένο κλίμα προστέθηκε και ένα ακόμη επεισόδιο: η επίσημη πλέον καταγγελία του Νίκου Καραχάλιου στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών κατά της Καρυστιανού μετά τον ισχυρισμό της δημόσια πως ο γνωστός επικοινωνιολόγος «χρειάζεται ψυχίατρο». Δήλωση που, σύμφωνα με τον ίδιο, θίγει την επαγγελματική του υπόσταση. Πρόκειται για ξεχωριστή υπόθεση, που όμως εντάσσεται στο ίδιο μοτίβο: σύγκρουση, ένταση και θεσμικές παρεμβάσεις γύρω από το πρόσωπο και τον λόγο της κυρίας Καρυστιανού. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εικόνα ενός εγχειρήματος που, αντί να χτίζει συναινέσεις, παράγει μέτωπα. Όχι μέσα από σαφείς πολιτικές επιλογές αλλά μέσα από λόγο που κινείται διαρκώς στο όριο.
«Χωρίς ταμπέλες» ή χωρίς πυξίδα;
Στο υπόλοιπο της συνέντευξης η Καρυστιανού επέμεινε στο αφήγημα «ούτε Δεξιά ούτε Αριστερά», «χωρίς ταμπέλες», «όλοι εκτός από τα άκρα». Πρόκειται για μια ρητορική γνώριμη στην ελληνική πολιτική σκηνή, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι όταν δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένο πρόγραμμα και καθαρές θέσεις, καταλήγει σε έναν πολιτικό αχταρμά.
Οι ιδεολογικοί προσδιορισμοί δεν είναι διακοσμητικοί. Λειτουργούν ως πυξίδα για τον πολίτη. Όταν τους απορρίπτεις όλους χωρίς να προσφέρεις σαφές εναλλακτικό πλαίσιο, το αποτέλεσμα δεν είναι η υπέρβαση αλλά η σύγχυση. Η συνολική εικόνα θυμίζει έντονα άλλες εποχές: το δίπολο μνημόνιο – αντιμνημόνιο, τις πάνω και κάτω πλατείες, τη ρητορική που ένωνε πρόσκαιρα μέσα από αγανάκτηση, αλλά διέλυε στην πράξη μέσα από ασάφεια και ψεύτικες συνθέσεις. Η ιστορική μνήμη είναι ακόμη νωπή για να αγνοηθεί.
Η ίδια δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να συγκροτήσει «κόμμα διαμαρτυρίας». Ωστόσο, η επιλογή να ανακινήσει ένα τόσο φορτισμένο θέμα, όπως οι αμβλώσεις, χωρίς καθαρή θέση και να το εντάξει σε ένα γενικό αφήγημα «όλων μαζί» παραπέμπει ακριβώς σε αυτήν τη λογική.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Καρυστιανού έχει δικαίωμα να εκφράζει προσωπικούς προβληματισμούς. Το ερώτημα είναι αν, ως πρόσωπο που φιλοδοξεί να διαδραματίσει πολιτικό ρόλο, αναλαμβάνει την ευθύνη του καθαρού λόγου. Στην πολιτική, ειδικά όταν αγγίζονται θεμελιώδη δικαιώματα, η ασάφεια δεν είναι ουδέτερη στάση. Είναι επιλογή με συνέπειες. Και αυτές οι συνέπειες φάνηκαν ήδη: πολιτική αντιπαράθεση, κοινωνική πόλωση, θεσμικές συγκρούσεις. Ένα εγχείρημα που ξεκινά έτσι, με λόγο διχαστικό και απαντήσεις θολές, δύσκολα μπορεί να πείσει ότι έρχεται να ενώσει. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι αναπαράγει παλιά σχήματα σε νέα συσκευασία – με κόστος που η κοινωνία γνωρίζει πολύ καλά.












