Ένα καλά οργανωμένο κύκλωμα λαθρεμπορίας καυσίμων, το οποίο φέρεται να διακινούσε καύσιμα αξίας περίπου 9 εκατ. ευρώ, αποκάλυψαν οι ελεγκτές της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), ύστερα από πολύμηνη έρευνα που διήρκεσε περισσότερο από έναν χρόνο.
Η υπόθεση ήρθε στο φως έπειτα από αξιοποίηση πληροφοριών του Συντονιστικού Επιχειρησιακού Κέντρου (ΣΕΚ) και στοχευμένο έλεγχο σε εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών. Από την έρευνα προέκυψε ότι πίσω από τη δραστηριότητα αυτή βρισκόταν ένα δίκτυο εταιρειών–«βιτρίνα», που χρησιμοποιούνταν για να καλύπτεται η παράνομη διακίνηση καυσίμων.

Σύμφωνα με τα στοιχεία των αρχών, το κύκλωμα λειτουργούσε με έναν σύνθετο μηχανισμό. Τρεις εταιρείες στην περιοχή του Ασπρόπυργου, χωρίς να διαθέτουν πραγματικά παραστατικά αγοράς, εμφανίζονταν να εκδίδουν εικονικά τιμολόγια πώλησης καυσίμων σε άλλες δύο εταιρείες της ίδιας περιοχής. Στη συνέχεια, οι τελευταίες εξέδιδαν επίσης εικονικά τιμολόγια προς εταιρεία εμπορίας πετρελαιοειδών με έδρα τη Θεσσαλία.
Η συγκεκριμένη εταιρεία εμφανιζόταν να πραγματοποιεί κανονικές πωλήσεις με φορολογικά παραστατικά και, μέσω μεταφορικής εταιρείας, παρέδιδε καύσιμα σε βιομηχανικές επιχειρήσεις σε διάφορες περιοχές της χώρας, όπως η Αττική, τα Ιωάννινα και η Κρήτη. Οι επιχειρήσεις αυτές, σύμφωνα με τις αρχές, προμηθεύονταν καύσιμα χωρίς να γνωρίζουν ότι προέρχονταν από λαθρεμπόριο.
Από τη δράση του κυκλώματος διακινήθηκαν καύσιμα συνολικής αξίας περίπου 9 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ το ελληνικό Δημόσιο φέρεται να ζημιώθηκε κατά περίπου 2,7 εκατ. ευρώ από φόρους και δασμούς που δεν καταβλήθηκαν.
Για την υπόθεση έχουν παραπεμφθεί στον εισαγγελέα 14 άτομα, τα οποία κατηγορούνται ως βασικοί εμπλεκόμενοι ή συνεργοί στο κύκλωμα λαθρεμπορίας. Παράλληλα, έχει ήδη ξεκινήσει η διαδικασία δέσμευσης των τραπεζικών τους λογαριασμών, ενώ οι έρευνες των αρχών συνεχίζονται για να διαπιστωθεί εάν υπάρχουν και άλλες παράνομες δραστηριότητες που συνδέονται με την υπόθεση.












