Το αριστούργημα του Νίκου Κούνδουρου, σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη, αποτελεί την ταινία-σταθμό που άλλαξε την πορεία του ελληνικού σινεμά, μεταφέρνοντάς το από την «Προϊστορία στην Ιστορία», όπως έγραψε ο Βασίλης Ραφαηλίδης.
Ο «Δράκος» (1956), μια ταινία βαθιά υπαρξιακή, «έντυσε» τον Πειραιά με τη σκοτεινή αισθητική του φιλμ νουάρ και του γερμανικού εξπρεσιονισμού.
Η υπόθεση
Ο Ντίνος Ηλιόπουλος, στον ρόλο της ζωής του, υποδύεται τον Θωμά, έναν ασήμαντο τραπεζικό υπάλληλο που, λόγω μιας τραγικής ομοιότητας με έναν διαβόητο κακοποιό, παγιδεύεται σε έναν ξένο ρόλο.

Στον υπόκοσμο ενός καμπαρέ, ο «μικρός άνθρωπος» βρίσκει για πρώτη φορά τον σεβασμό και την αγάπη – στο πρόσωπο της αθώας Ρούλας – υποδυόμενος έναν σκληρό αρχηγό συμμορίας.
Όταν ο «Δράκος» βγήκε σαν σήμερα στις αίθουσες το 1956, η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη για αυτό που είδε. Δεν ήταν απλώς μια εμπορική αποτυχία, ήταν ένας ιδεολογικός και δημοσιογραφικός πόλεμος.
Η ταινία προκάλεσε τέτοιο σοκ που οι αντιδράσεις ξεπέρασαν τα όρια της κριτικής και έφτασαν μέχρι την απειλή του εισαγγελέα.
Ο Τύπος ζητούσε την παρέμβαση του Εισαγγελέα
Το πιο εξωφρενικό για τα σημερινά δεδομένα είναι ότι εφημερίδες όπως η «Εστία» και η «Αυγή» (από διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες η καθεμία) επιτέθηκαν με σφοδρότητα στον Κούνδουρο.

Τον κατηγόρησαν ότι παρουσίαζε μια εικόνα της Ελλάδας που θύμιζε «τριτοκοσμικό κράτος» γεμάτο εξαθλίωση, υπόκοσμο και βρωμιά. Μάλιστα, ζητήθηκε επίσημα η παρέμβαση του εισαγγελέα για να απαγορευτεί η προβολή της, καθώς θεωρήθηκε επικίνδυνη για τα χρηστά ήθη και την εθνική αξιοπρέπεια.
Οι θεατές έσπαγαν τα καθίσματα
Το κοινό που πήγε στον κινηματογράφο περίμενε να δει τον αγαπημένο του «κωμικό» Ντίνο Ηλιόπουλο αντί για τις ατάκες και το γέλιο που είχαν συνηθίσει, είδαν έναν άνθρωπο σκιώδη, φοβισμένο, σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον.

Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, υπήρξαν προβολές όπου το κοινό, εξοργισμένο από το «βαρύ» κλίμα και την απουσία γέλιου, άρχισε να σπάει τα καθίσματα του κινηματογράφου και να γιουχάρει την οθόνη.
Η «σφαγή» από τους κριτικούς
Οι κριτικοί της δεκαετίας του ’50, συνηθισμένοι στα μελοδράματα της Φίνος Φιλμ, δεν κατάλαβαν τον εξπρεσιονισμό του Κούνδουρου. Την αποκάλεσαν «έκτρωμα», «νοσηρό κατασκεύασμα» και «ταινία για ανώμαλους». Δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι ένας «ασήμαντος» υπάλληλος μπορούσε να είναι πρωταγωνιστής μιας τραγωδίας.

Η εμπορική κατάρρευση
Η ταινία «πάτωσε» κυριολεκτικά. Την πρώτη εβδομάδα προβολής της στην Αθήνα έκοψε ελάχιστα εισιτήρια και κατέβηκε σχεδόν αμέσως από τις μεγάλες αίθουσες. Ο Κούνδουρος και οι παραγωγοί βρέθηκαν σε δεινή οικονομική θέση, καθώς η ταινία θεωρήθηκε «καταραμένη».
Ενώ στην Ελλάδα την έβριζαν, στον «Δράκο» είχε ήδη γίνει μια τιμητική παρουσίαση στο Φεστιβάλ Βενετίας. Αυτό εξόργισε ακόμη περισσότερο τους εγχώριους πολέμιους, οι οποίοι θεωρούσαν ότι ο Κούνδουρος «εξέθετε τα άπλυτα της Ελλάδας στη διεθνή σκηνή».

Σήμερα αναγνωρίζεται σήμερα ως μία από τις 100 κορυφαίες ευρωπαϊκές ταινίες του 20ού αιώνα, με τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι να υπογραμμίζει αξεπέραστα την έκπτωση των ηθών και τη μοναξιά της ύπαρξης.
Η Μαρία Κομνηνού από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος γράφει για την ταινία
Μετά την πρώτη νεορεαλιστική ταινία Μαγική Πόλη (1954), ο Κούνδουρος με τον Δράκο φέρνει στην Ελλάδα τον «κινηματογράφο του δημιουργών», ο οποίος, όπως σημειώνει η Αγλαΐα Μητροπούλου, αφορά την ικανότητα σκηνοθετών «να λειτουργήσουν έξω από τη λογική της εμπορικής παραγωγής και αφετέρου στη διαμόρφωση της δικής τους προσωπικής έκφρασης

Ο Κούνδουρος ανατρέπει τα στερεότυπα του φιλμ νουάρ βάζοντας στον πρωταγωνιστικό ρόλο αντί για ένα σκληρό άντρα ένα κακομοίρη με φανερή σεξουαλική απειρία ( Ντίνος Ηλιόπουλος) και αντί για μια φαμ φατάλ μία έφηβη που κλαίει όταν ο προστάτης της δεν την αφήνει να χαζέψει τις κούκλες.
Στην ταινία οι κλασικοί κανόνες του είδους ανατρέπονται και στην αναπαράσταση της σύγκρουσης νομιμότητας/παρανομίας. Δηλαδή, ενώ στην περίπτωση των κλασικών ταινιών του είδους οι θεατές καλούνται να ταυτιστούν με τις δυνάμεις του «νόμου» και της «τάξης», στην περίπτωση του «Δράκου» καλούνται να ταυτιστούν με τους παράνομους.
Ο Κούνδουρος με το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη συγκροτεί μια αφήγηση για ένα άπραγο υπαλληλάκο που υποδύεται τον μεγαλοκακοποιό, και επιτυγχάνει να συναρθρώσει την παράδοση του ρεμπέτικου με την παρανομία, αρθρώνοντας μια κριτική θέση στη μετεμφυλιακή καταπιεστική συναίνεση και ανιχνεύοντας μία αντιθετική δημόσια σφαίρα.












