Παρά την ανάδειξη πλέον του Δημογραφικού ως «εθνικής απειλής», οι πολύτεκνες οικογένειες δηλώνουν ότι εξακολουθούν να παραμένουν στην πράξη χωρίς ουσιαστική στήριξη, αντιμέτωπες με μεγάλα οικονομικά βάρη για την αντιμετώπιση της καθημερινότητας, εργασιακές δυσκολίες και καθημερινές προκλήσεις που υπερβαίνουν τις αντοχές τους.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Κωνσταντίνου Δαυλού για την εφημερίδα «Political», δύο έρευνες της Alco αποτυπώνουν με σαφήνεια την αντίφαση. Από τη μία, η κοινή γνώμη αναγνωρίζει τη συμβολή των πολυτέκνων. Από την άλλη, οι ίδιοι οι πολύτεκνοι περιγράφουν μια πραγματικότητα οικονομικής πίεσης και κοινωνικών εμποδίων.
Σε ένα πανελλαδικό δείγμα 1.001 ατόμων, η πλειονότητα των ερωτηθέντων (86%) θεωρεί ότι οι πολύτεκνοι συμβάλλουν στη μείωση του δημογραφικού προβλήματος της χώρας και αξιολογεί ως σημαντική τη γενικότερη συνεισφορά τους στην κοινωνία. Το 44% απαντά «πολύ» και το 42% απαντά «αρκετά».
Ακόμη και έτσι όμως οι περισσότεροι θεωρούν (το 68%) ότι η κρατική στήριξη προς αυτούς είναι ανεπαρκής. Η κοινωνική αναγνώριση, ωστόσο, δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε πολιτικές αποφάσεις. Ενδεικτικό είναι ότι οι περισσότεροι πολίτες είχαν απαντήσει θετικά στο ερώτημα αν θα έπρεπε να δοθούν οι πρόσθετες, αυξημένες φοροαπαλλαγές στους πολύτεκνους, ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών τους, κάτι που έχει ενσωματωθεί στις φετινές φορολογικές δηλώσεις, μειώνοντας -έως εκμηδενίζοντας- τις κρατήσεις για τους μισθωτούς πολύτεκνους και άρα αυξάνοντας εμμέσως τον καθαρό μισθό.
Οι δυσκολίες των οικογενειών
Την ίδια στιγμή, οι πολύτεκνοι γονείς περιγράφουν τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Το υψηλό κόστος διαβίωσης και η πίεση για την κάλυψη βασικών αναγκών -όπως στέγαση ή διακοπές- αναδεικνύονται προβλήματα που δεν είναι τόσο σημαντικά για τις μικρότερες οικογένειες.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτά το επίδομα στήριξης, το οποίο οι περισσότεροι (το 57%) χαρακτηρίζουν «πολύ σημαντικό» για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στο μηνιαίο κόστος της οικογένειας και μόλις το 27% δηλώνει ότι στηρίζεται σε αυτό λίγο ή καθόλου. Άλλωστε η εξάρτηση από το επίδομα δεν περιγράφεται ως επιλογή, αλλά ως αναγκαιότητα, ειδικά σε οικογένειες με περισσότερα από τέσσερα παιδιά.
Στο εργασιακό πεδίο, τα ευρήματα είναι ακόμη πιο ανησυχητικά. Σημαντικό ποσοστό πολυτέκνων δηλώνει ότι η οικογενειακή του κατάσταση το έχει δυσκολέψει στην ανεύρεση εργασίας. Η πολυτεκνία, αντί να θεωρείται κοινωνικό κεφάλαιο, λειτουργεί σε αρκετές περιπτώσεις ως «μειονέκτημα» στην αγορά εργασίας και το 63% λέει ότι τα πολλά παιδιά έχουν μπει εμπόδιο για να «κλείσουν» μια δουλειά.
Το ζήτημα αφορά ιδιαίτερα τις μητέρες. Οκτώ στις δέκα από όσες εργάζονται εκτός σπιτιού δηλώνουν ότι το κάνουν όχι επειδή επιθυμούν να ασκούν επάγγελμα παράλληλα με τη μητρότητα, αλλά επειδή το επιβάλλουν οι οικονομικές ανάγκες της οικογένειας. Το πλήρες ωράριο, σε συνδυασμό με τη φροντίδα τεσσάρων ή περισσότερων παιδιών, δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο, όπου η ισορροπία επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής παραμένει ζητούμενο.
Την ίδια στιγμή, αρκετοί πολύτεκνοι δηλώνουν ότι έχουν βιώσει αρνητικές διακρίσεις λόγω του αριθμού των παιδιών τους. Το εύρημα αυτό συνδέεται και με την αίσθηση ότι η μητρότητα -παρά τη ρητορική αναγνώριση- δεν εκτιμάται επαρκώς από την κοινωνία. Η αντίφαση είναι εμφανής: ενώ η συμβολή των πολυτέκνων στο Δημογραφικό αναγνωρίζεται θεωρητικά, στην πράξη η καθημερινότητά τους συχνά συνοδεύεται από στερεότυπα και προκαταλήψεις.
Το «καυτό» Στεγαστικό
Σημαντικό ζήτημα αναδεικνύεται και η κατοικία. Ένα αξιοσημείωτο ποσοστό ερωτηθέντων (το 47%) δηλώνει ότι η κατοικία του δεν επαρκεί για τις στεγαστικές ανάγκες της οικογένειας. Το ποσοστό είναι χαμηλότερο από 50%, όμως ειδικά για τους πολύτεκνους η ανεπάρκεια στέγης μεταφράζεται σε κακές συνθήκες διαβίωσης για μεγάλο αριθμό παιδιών.
Ακόμη και σε ζητήματα όπως οι θερινές διακοπές ή η αντιμετώπιση προβλημάτων υγείας, η πολυτεκνία εμφανίζεται ως παράγοντας επιπλέον δυσκολίας. Το κόστος μετακίνησης και διαμονής για μια μεγάλη οικογένεια πολλαπλασιάζεται, ενώ τα ιατρικά έξοδα αυξάνονται αναλογικά με τα μέλη της.
Το συνολικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι σαφές: υπάρχει κοινωνική αποδοχή της προσφοράς των πολυτέκνων, αλλά η οικονομική και θεσμική στήριξη δεν ανταποκρίνεται στο μέγεθος της συμβολής τους.












