Η ελληνική αγορά εργασίας εισήλθε πλέον σε μια νέα φάση ψηφιοποίησης και ρύθμισης με την πλήρη ένταξη σε λειτουργία τού νέου πληροφοριακού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ. Η αλλαγή αυτή ξεκίνησε να εφαρμόζεται επισήμως από τις 16 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου 5239/2025, και στοχεύει στο να μετασχηματίσει οριστικά τη διαδικασία αναφοράς και ελέγχου του χρόνου εργασίας, των υπερωριών, των αδειών και άλλων κρίσιμων πτυχών της εργασιακής σχέσης.
- του Βασίλη Κορκίδη – Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Σε γενικές γραμμές, οι βασικές αλλαγές περιλαμβάνουν την εισαγωγή του 13ωρου ημερήσιου ωραρίου ως κατ’ εξαίρεση δυνατότητα, τα αυστηρά πλαίσια για τον χρόνο εργασίας και τις υπερωρίες, τις νέες ψηφιακές διαδικασίες για άδειες και αποχωρήσεις, καθώς και τη μεγαλύτερη ευελιξία στη διευθέτηση και οργάνωση του χρόνου εργασίας.
Μια από τις πιο αντιπαραβαλλόμενες αλλαγές είναι η δυνατότητα να εργάζεται ο εργαζόμενος έως 13 ώρες ημερησίως στον ίδιο εργοδότη, υπό προϋποθέσεις, με την τελευταία τετραωρία να αντιμετωπίζεται ως υπερωρία και να αμείβεται με προσαύξηση 40%. Παράλληλα όμως διατηρείται το ανώτατο πλαίσιο της συνολικής απασχόλησης στις 48 ώρες μέγιστης μέσης εβδομαδιαίας απασχόλησης σε περίοδο έως 4 μηνών και 150 ώρες ετήσιας υπερωρίας ως ανώτατο όριο. Η αλλαγή αυτή επεκτείνει τις δυνατότητες που υπήρχαν μέχρι τώρα μόνο σε περιπτώσεις παράλληλης απασχόλησης σε δύο εργοδότες και αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία ευελιξίας στην αγορά εργασίας.
Τα τελευταία δεδομένα απασχόλησης και τα στατιστικά στοιχεία των ωρών εργασίας για το 2025 δείχνουν ότι η Ελλάδα είχε ήδη έντονες τάσεις υπερεργασίας, πριν τεθούν σε εφαρμογή οι νέες ρυθμίσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 20,9 % των εργαζομένων στην Ελλάδα εργαζόταν περισσότερες από 45 ώρες την εβδομάδα συγκριτικά με το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της ΕΕ, όπου ο μέσος όρος ήταν 10,8%. Αυτά τα δεδομένα αποτυπώνουν τα προβλήματα της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, όπου πέρα από τα συνήθη οκτάωρα, μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού εργάζεται σημαντικά περισσότερες ώρες, είτε λόγω εποχικών αναγκών είτε λόγω ανάγκης για πρόσθετο εισόδημα. Παράλληλα, τα στοιχεία των βραχυπρόθεσμων δεικτών απασχόλησης δείχνουν μια σταθερή μείωση της ανεργίας στο 7,5% ειδικά σε κάποιους τομείς, κυρίως λόγω μεταβολών στην απασχόληση σε υπηρεσίες και βιομηχανία.
Το νέο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ ΙΙ εισάγει υποχρεωτική ψηφιακή καταγραφή για όλες τις μεταβολές της εργασιακής σχέσης, από την αρχική πρόσληψη και τα ωράρια μέχρι τις υπερωρίες, τις άδειες και τους τερματισμούς συμβάσεων. Με τη σωστή εφαρμογή του και με την πλήρη παρακολούθηση των δεικτών απασχόλησης και ωρών εργασίας, αναμένεται το 2026 η αγορά να αποκτήσει μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της εργασιακής πραγματικότητας, με μεγαλύτερη ασφάλεια για εργαζόμενους και εργοδότες. Με τη νέα ρύθμιση αντικαθίστανται τα παραδοσιακά έντυπα αναφοράς με σύγχρονες ψηφιακές δηλώσεις. Κάθε αλλαγή στον χρόνο εργασίας απαιτεί προηγούμενη ψηφιακή δήλωση πριν από την εφαρμογή της, διασφαλίζοντας μεγαλύτερη διαφάνεια και ευθυγράμμιση με την πραγματική απασχόληση.
Οι αλλαγές όμως δεν περιορίζονται στη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, αλλά επίσης περιλαμβάνουν αυστηρότερο πλαίσιο για τη διαχείριση των αδειών και την εισαγωγή της «σπαστής άδειας» για μεγαλύτερη αυτονομία του εργαζομένου. Η ηλεκτρονική δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης επιταχύνει τις διαδικασίες μετάβασης προσωπικού, ενώ επιτρέπεται η δυνατότητα τετραήμερης εργασίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους με σύμφωνη γνώμη εργαζομένων. Οι αλλαγές αυτές θέτουν ένα νέο θεσμικό πλαίσιο που στοχεύει να ανταποκριθεί σε μια αγορά εργασίας με υψηλά ποσοστά υπερωρίας και πολύωρης απασχόλησης. Όμως, παραμένουν σημαντικές προκλήσεις για την εφαρμογή του νέου συστήματος, ιδιαίτερα για ΜμΕ που καλούνται να ενσωματώσουν ψηφιακές διαδικασίες και να διαχειριστούν μεταβαλλόμενες ανάγκες προσωπικού σε ρεαλιστικό χρόνο.
Η παγκόσμια έρευνα της Randstad «Workmonitor 2026», στην οποία συμμετείχαν εργαζόμενοι από 35 χώρες, ανάμεσά τους και από την Ελλάδα, δείχνει ότι στη χώρα μας το κόστος ζωής παραμένει ιδιαίτερα υψηλό και οδηγεί, κυρίως τους πιο νέους σε ηλικία, σε εξεύρεση λύσεων ακόμη και με αύξηση των ωρών εργασίας. Το πρόβλημα που αναδεικνύεται και γίνεται αισθητό είναι πως οι μισοί εργαζόμενοι στην Ελλάδα έχουν βρει ή ψάχνουν και δεύτερη δουλειά για να μπορέσουν να καλύψουν τις οικονομικές απαιτήσεις διαβίωσης, ενώ σχεδόν τέσσερις στους δέκα έχουν αυξήσει ή πρόκειται να αυξήσουν τις ημερήσιες ώρες απασχόλησης. Το γεγονός πως το 51% των εργαζομένων στη χώρα μας εξετάζει από πέρυσι το ενδεχόμενο να εργαστεί πέραν του 8ώρου, ποσοστό υπερδιπλάσιο σε σχέση με το 2024 και υψηλότερο από το 40% που είναι ο παγκόσμιος μέσος όρος, επιβεβαιώνει πως με βάση τα δεδομένα απασχόλησης του 2025 οι εργασιακές αλλαγές του 2026 είναι χρήσιμες και απαραίτητες.










