Υπάρχει μια καινούργια αμηχανία στη χαρά. Δεν αφορά το αν είμαστε χαρούμενοι – αφορά το αν το δηλώσαμε σωστά. Αν ανέβηκε η φωτογραφία. Αν μπήκε το σωστό φίλτρο. Αν πήραμε τα αναμενόμενα likes. Γιατί κάπου στη διαδρομή η χαρά απέκτησε κοινό. Και όταν έχεις κοινό, η σιωπή μοιάζει ύποπτη.
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Η γενιά που μεγάλωσε με stories έμαθε ότι οι στιγμές έχουν διάρκεια 24 ώρες. Αν δεν ποσταριστούν, εξαφανίζονται. Ένα ταξίδι χωρίς φωτογραφία είναι σαν να μην έγινε. Ένα achievement χωρίς δημόσια ανακοίνωση είναι μισό. Ακόμη και ένα απλό «είμαι καλά» χρειάζεται απόδειξη. Σαν να μην αρκεί να το ξέρεις εσύ, πρέπει να το δουν κι οι άλλοι.
Δεν είναι ματαιοδοξία, αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός. Όταν η ζωή σου εκτυλίσσεται σε timeline, η επιβεβαίωση γίνεται αντανακλαστικό. Η χαρά ζητά μάρτυρες. Το πρόβλημα είναι ότι έτσι χάνει την αθωότητά της. Μετατρέπεται σε γεγονός προς κατανάλωση. Και τότε γεννιέται ένα παράξενο άγχος: «Μήπως δεν φαίνεται αρκετά;».
Κι όμως, οι πιο δυνατές χαρές είναι συχνά οι πιο αθόρυβες. Ένα βράδυ χωρίς ένταση. Ένας καφές που κράτησε λίγο παραπάνω. Μια κουβέντα που δεν φωτογραφήθηκε. Αυτές οι στιγμές είναι βαθιές κι ας μην είναι εντυπωσιακές. Ας μη διαθέτουν hashtag. Έχουν αίσθηση κι αυτό αρκεί.
Η δυσκολία της σιωπηρής χαράς είναι ότι απαιτεί εμπιστοσύνη. Να πιστέψεις πως η εμπειρία έχει αξία ακόμη και αν δεν κοινοποιηθεί. Να δεχτείς ότι η ευτυχία δεν χρειάζεται επιβεβαίωση. Και αυτό είναι πιο δύσκολο απ’ όσο ακούγεται, γιατί μεγαλώσαμε σε κουλτούρα μέτρησης: views, reactions, reach. Ό,τι δεν μετριέται μοιάζει να μην υπάρχει.
Η ειρωνεία; Όσο περισσότερο μοιραζόμαστε τις χαρές μας, τόσο πιο συχνά νιώθουμε ότι δεν είναι αρκετές. Συγκρίνονται. Κρίνονται. Αξιολογούνται. Κι έτσι η χαρά γίνεται project. Κάτι που πρέπει να αποδείξεις ότι άξιζε.
Η σιωπηρή χαρά δεν είναι φτωχότερη. Είναι ελεύθερη. Δεν χρειάζεται applause αλλά παρουσία. Και ίσως η μεγαλύτερη επανάσταση της γενιάς μας να μην είναι ένα ακόμη post αλλά η απόφαση να ζήσουμε κάτι όμορφο χωρίς να το ανακοινώσουμε. Να κρατήσουμε μια στιγμή για εμάς. Και να αρκεστούμε στο ότι τη νιώσαμε.










