Στη φυλακή οδηγήθηκαν ακόμη οκτώ κατηγορούμενοι για την υπόθεση του κυκλώματος λαθραίων τσιγάρων, μετά την ολοκλήρωση μιας μαραθώνιας ανακριτικής διαδικασίας που κράτησε μέχρι τα ξημερώματα.
Με τη νέα αυτή απόφαση, ο συνολικός αριθμός των προσωρινά κρατουμένων για την υπόθεση ανέρχεται πλέον στους δέκα.
Αντίθετα, οι υπόλοιποι 16 από τους συνολικά 26 κατηγορούμενους που απολογήθηκαν το τελευταίο διήμερο αφέθηκαν ελεύθεροι, με την επιβολή περιοριστικών όρων μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης.
Ανάμεσα σε εκείνους που κρίθηκαν προφυλακιστέοι ξεχωρίζουν δύο αδέλφια από το Καζακστάν, γνωστά στον χώρο με τα προσωνύμια «Πούτιν» και «Πρόεδρος».
Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι δύο άνδρες φέρονται να κατείχαν ηγετικές θέσεις στην εγκληματική οργάνωση, η οποία διέθετε αυστηρή ιεραρχική δομή.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι τα δυο αδέλφια αρνήθηκαν τα όσα τους αποδίδονται υποστηρίζοντας ότι είναι νόμιμοι επιχειρηματίες. Μάλιστα, φέρονται να απέδωσαν την εμπλοκή τους σε στοχοποίηση από αντίπαλα οικονομικά συμφέροντα.
Ο 48χρονος ομογενής από το Καζακστάν, σύμφωνα με τις αρχές, έφερε το προσωνύμιο «Πούτιν», ως ένδειξη δύναμης και εξουσίας ενώ υπαρχηγός του κυκλώματος φέρεται να ήταν ο αδερφός του, γνωστός ως «πρόεδρος» λόγω της δραστηριότητάς του σε καλλιτεχνικό και μορφωτικό σύλλογο.
Οι κατηγορούμενοι απολογήθηκαν για βαρύτατα αδικήματα καθώς σε βάρος τους έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, κατά περίπτωση, για τα κακουργήματα της διεύθυνσης, συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωσης, διευκόλυνσης εγκληματικής οργάνωσης, πλαστογραφίας, λαθρεμπορίας, υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης, διακεκριμένης περίπτωσης παράνομης κατοχής όπλων καθώς και για πλημμελήματα.
Η «επιχείρηση», σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ήταν στημένη ως νόμιμη καπνοβιομηχανία, η οποία διέθετε όλη την αλυσίδα παραγωγής, μηχανήματα, παρασκευαστήριο και αποθήκες πρώτων υλών.
Η οργάνωση, εμφανίζεται να λειτουργούσε τουλάχιστον από το 2018 με διεθνείς διασυνδέσεις, παράγοντας περίπου 8 εκατομμύρια τσιγάρα τον μήνα και αποκομίζοντας έσοδα που ξεπερνούσαν τα 5 εκατομμύρια ευρώ μηνιαίως.
Οι Αρχές κάνουν λόγο για ένα «πολυσύνθετο παράνομο οικονομικό σύστημα» που διέθετε τρεις πλήρως εξοπλισμένες μονάδες παραγωγής και έξι αποθήκες σε Αττική, Βοιωτία και Εύβοια.
Το κύκλωμα φέρεται να χρησιμοποιούσε ναυτιλιακές εταιρείες και αγορές ακινήτων για να νομιμοποιεί τα κέρδη του, ενώ τα μέλη του εμφανίζονται να διέμεναν σε πολυτελείς βίλες δηλώνοντας, ωστόσο, πενιχρά εισοδήματα.
Οι κατηγορούμενοι, μάλιστα, στην προσπάθεια τους να συγκαλύπτουν τη δράση τους φέρονται να χρησιμοποιούσαν δεκάδες πλαστά έγγραφα, εικονικές επιχειρήσεις και τηλεφωνικές συνδέσεις στο όνομα «αχυρανθρώπων» ενώ όπως εκτιμάται οι διαφυγόντες δασμοί ξεπερνούν τα 7 εκατομμύρια ευρώ.












