Η νέα μελέτη της Alpha Bank για την ελληνική αγορά κατοικίας αναδεικνύει το «ελληνικό παράδοξο»: υψηλό απόθεμα ακινήτων και υψηλή ιδιοκατοίκηση (σχεδόν 70%), αλλά έντονη στεγαστική κρίση. Το συνολικό κόστος στέγασης στην Ελλάδα φτάνει το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος, το υψηλότερο στην ΕΕ-27, ενώ οι τιμές αυξάνονται γρηγορότερα από τα εισοδήματα των νοικοκυριών.
Πέντε βασικοί παράγοντες συμπιέζουν την αγορά:
- η προχωρημένη ηλικία του οικιστικού αποθέματος
- τα κενά ακίνητα
- το υψηλό κόστος στέγασης
- η συγκέντρωση της ζήτησης στα αστικά κέντρα
- η ανάπτυξη της οικονομίας διαμοιρασμού
Έξι στις δέκα κατοικίες χρειάζονται ενεργειακή αναβάθμιση, ενώ το υψηλό κόστος ανακατασκευής ή ανακαίνισης κρατά πολλά ακίνητα κενά.

Το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» αύξησε την πρόθεση αγοράς σπιτιού κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες, όμως σχεδόν οι μισοί υποψήφιοι αγοραστές δεν προτίθενται να υποβάλουν αίτηση, κυρίως λόγω εισοδηματικών και ηλικιακών περιορισμών. Παράλληλα, η ενίσχυση της προσφοράς, ειδικά στις μητροπολιτικές περιοχές, παραμένει αναγκαία.
Η μελέτη προτείνει μέτρα για τη διάθεση κενών κατοικιών, όπως φορολογικά κίνητρα για ιδιοκτήτες που νοικιάζουν ή πωλούν ακίνητα, και την ενίσχυση ενεργειακών αναβαθμίσεων.
Η αποκέντρωση της εργασίας και η ανάπτυξη περιοχών εκτός μεγάλων πόλεων θα μπορούσαν να μειώσουν την πίεση στις αστικές περιοχές, μειώνοντας το κόστος στέγασης και ενισχύοντας την οικονομική δραστηριότητα περιφερειακά.

Συμπερασματικά, η ελληνική στεγαστική αγορά χρειάζεται συνδυασμό πολιτικών που ενισχύουν την προσφορά, υποστηρίζουν ενεργειακές αναβαθμίσεις και διαμοιράζουν τη ζήτηση γεωγραφικά για να αντιμετωπιστεί η κρίση και να βελτιωθεί η οικονομικά προσιτή στέγαση.












