Σε συνέντευξή του στην Κυριακάτική KONTRA, ο Βασίλης Οικονόμου, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στην Ανατολική Αττική, εξέφρασε τη σημασία των αυτοδύναμων κυβερνήσεων, τονίζοντας ότι η ΝΔ έχει τη δυνατότητα να υπηρετήσει τα συμφέροντα της χώρας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο γεωπολιτικής αστάθειας που διανύουμε.
Ο κ. Οικονόμου υπογράμμισε ότι η επιδίωξη για τρίτη θητεία δεν πηγάζει από την επιθυμία για θέσεις ή αξιώματα, αλλά από την ύπαρξη ενός ξεκάθαρου σχεδίου και οράματος για το μέλλον της Ελλάδας.
Αναφερόμενος στα υπό ίδρυση κόμματα του Αλέξη Τσίπρα και της Μαρίας Καρυστιανού, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει σκληρή γλώσσα, δηλώνοντας ότι ούτε ο πρώην πρωθυπουργός ούτε η κυρία Καρυστιανού μιλούν στην καρδιά των ψηφοφόρων τους. «Ο Τσίπρας ήρθε και έφυγε, έχοντας κριθεί από τον λαό ως αποτυχημένος», ανέφερε. Παράλληλα, πρόσθεσε ότι περιμένει την κυρία Καρυστιανού να προσδιορίσει τις θέσεις της, εάν αποφασίσει να κατέβει στην πολιτική σκηνή.
Καταλήγοντας, ο κ. Οικονόμου εξέφρασε την ανησυχία του για πολλές από τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί, χαρακτηρίζοντάς τες ως προβληματικές και εκτός τόπου και χρόνου, καθώς δεν απευθύνονται σε πολίτες που επιθυμούν μεταρρυθμίσεις και πρόοδο.
Η συνέντευξη του κ. Οικονόμου:
– Σας προβληματίζουν οι δημοσκοπήσεις, βλέπετε την αυτοδυναμία εφικτή;
«Όπως έχει πει και ο Πρωθυπουργός κατ’ επανάληψη, όλοι εμείς στη Νέα Δημοκρατία πιστεύουμε στις αυτοδύναμες κυβερνήσεις επειδή θεωρούμε ότι υπηρετούν καλύτερα το συμφέρον του τόπου, ειδικά σε μια περίοδο μεγάλης γεωπολιτικής αστάθειας, όπως αυτή που βιώνουμε.
Η σταθερότητα όμως δεν σημαίνει στασιμότητα. Σημαίνει σταθερό τιμόνι στα γεωπολιτικά, αλλά σημαίνει και σταθερές αυξήσεις μισθών και εισοδημάτων, σταθερή βελτίωση στην παιδεία, στην υγεία. Άρα, την τρίτη θητεία δεν την επιδιώκουμε γιατί θέλουμε ντε και καλά να κατέχουμε οφίτσια, αλλά γιατί έχουμε σχέδιο, πρόγραμμα και όραμα για τη χώρα.
Να σας πω όμως και για την αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αυτή μπορεί να προκύψει, με τον συγκεκριμένο εκλογικό νόμο, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δηλαδή το πρώτο κόμμα να είναι πάνω από 36,5%. Μας είναι λοιπόν γνωστές οι προϋποθέσεις και οι αριθμητικοί στόχοι για να μπορούμε να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα.
Επιτρέψτε μου όμως να σας θυμίσω ότι όλες οι δημοσκοπήσεις πριν από τις εκλογές του 2023 μας τοποθετούσαν στη ζώνη του 33% – 34% και πήραμε 41%. Θέλω να πω ότι ο στόχος για μια ακόμη κυβέρνηση αυτοδυναμίας για τη Νέα Δημοκρατία είναι ένας εφικτός στόχος, και σίγουρα 100% πιο εφικτός από το να ισχυρίζεται το ΠΑΣΟΚ ότι θα είναι πρώτο κόμμα».
– Η δυναμική που εμφανίζουν τα υπό δημιουργία κόμματα μπορεί να αφαιρέσει ψήφους από τη ΝΔ;
«Φαντάζομαι ότι εννοείται τα υπό δημιουργία κόμματα της κυρίας Καρυστιανού και του κύριου Τσίπρα. Ούτε η μία, ούτε ο άλλος μιλούν στην καρδιά του ψηφοφόρου μας. Από τη μία ο κύριος Τσίπρας ήρθε, είδε και απήλθε μετά από ετυμηγορία του ελληνικού λαού, ο οποίος έκρινε ότι απέτυχε στο έργο του. Από την άλλη, η κυρία Καρυστιανού, εάν επιλέξει να πολιτευτεί, την περιμένουμε να διατυπώσει το πρόγραμμά της. Με βάση τις μέχρι τώρα θέσεις που έχει διατυπώσει, θεωρώ ότι πολλές από αυτές είναι βαθύτατα προβληματικές και δεν απευθύνονται στον Έλληνα που πορεύεται με μεταρρυθμιστική λογική. Είναι άλλο πράγμα να μετατρέπεις το προσωπικό σου τραύμα σε δράση, το οποίο είναι απολύτως θεμιτό, και άλλο πράγμα το συλλογικό τραύμα να γίνεται όχημα σε μία πολιτική προσωπική ανέλιξη, χωρίς θέσεις, χωρίς προτάσεις, χωρίς πρόγραμμα και με μοναδικό «πρόσταγμα»: Να πέσει ο Μητσοτάκης».

– Τι περιμένετε από την επικείμενη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν;
«Είμαστε γείτονες, «καταδικασμένοι» από τη γεωγραφία να συνυπάρχουμε και πρέπει σταθερά να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας.
Το μείζον ζήτημα, η μεγάλη διαφορά μας με την Τουρκία, είναι μία και μόνο: η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Όσο η Τουρκία προσθέτει σε αυτό το «μενού» και άλλα θέματα, καταλαβαίνετε ότι το να προχωρήσουμε περαιτέρω σε αυτή την κατεύθυνση είναι κάτι το οποίο, σε αυτή τη συγκυρία, το θεωρώ δύσκολο.
Το βέβαιο είναι ότι δεν πρόκειται ποτέ να μπούμε σε οποιαδήποτε τέτοια συζήτηση για «γκρίζες ζώνες» ή την «αποστρατικοποίηση» και αυτό είναι και κάτι το οποίο θα πρέπει η Τουρκία να το καταλάβει.
Η Τουρκία πρέπει επίσης να αντιληφθεί ότι μία επίλυση της μεγάλης μας διαφοράς μαζί της θα είχε και άλλα παράπλευρα οφέλη ως προς τη δυνατότητα της Τουρκίας να προσεγγίσει περισσότερο την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη συμμετοχή της σε κάποια μελλοντικά προγράμματα, τα οποία θα χρηματοδοτούν την αμυντική της βιομηχανία με ευρωπαϊκούς πόρους.
Αλλά εμείς ήμασταν απολύτως σαφείς: όσο υπάρχει το casus belli, η Τουρκία δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Ο στόχος μας δεν αποκλείει στο διηνεκές την Τουρκία από μια πιο ισχυρή συνεργασία με την Ευρώπη. Στόχος μας είναι να χρησιμοποιήσουμε αυτό το διαπραγματευτικό μας χαρτί για να πείσουμε την Τουρκία ότι αυτές οι διεκδικήσεις είναι παντελώς άστοχες, αχρείαστες».
– Θεωρείτε ότι υπάρχει πολιτική εργαλειοποίηση του τραγικού εργατικού δυστυχήματος στα Τρίκαλα;
«Κάθε ζωή που χάνεται, ειδικά εν ώρα υπηρεσίας-εργασίας, είναι η πιο τραγική είδηση. Όπως γίνεται δυστυχώς σε κάθε τραγωδία σε αυτή τη χώρα, είτε είναι δυστύχημα, είτε εργατικό, είτε σιδηροδρομικό, είτε μια μεγάλη φυσική καταστροφή, υπάρχουν ορισμένοι που προσπαθούν να παίξουν πολιτικά παιχνίδια.
Πολλοί σε αυτή τη χώρα, από το πολιτικό σύστημα και από τα μέσα ενημέρωσης, έχουν πλέον κάνει δεύτερη φύση τους το να γίνονται αυτόκλητοι εισαγγελείς. Επενδύουν στη δυστυχία, επενδύουν στο σοκ που παθαίνει ο κόσμος και πάνε να χτίσουν καριέρες: πολιτικές, δημοσιογραφικές. Μετατρέπονται σατιρικές εκπομπές σε εργαλεία δολοφονίας χαρακτήρων, παραπλάνησης της κοινής γνώμης μέσα από ψέματα ότι δήθεν η Ελλάδα είναι «πρωταθλήτρια στα εργατικά δυστυχήματα». Η χώρα μας, σύμφωνα και με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat, παρουσιάζει μια πολύ καλή εικόνα συγκριτικά με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ένωσης και μάλιστα βρίσκεται μεταξύ των τριών χωρών όπου παρατηρούνται τα λιγότερα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα, πίσω μόνο από τη Γερμανία και την Ολλανδία. Και αυτό παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια και το εργατικό δυναμικό έχει αυξηθεί κατά 509.000 εργαζομένους».












