Ως «σοβαρή στιγμή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια» χαρακτήρισε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ τη λήξη της Συνθήκης New START, προειδοποιώντας ότι, για πρώτη φορά μετά από περισσότερα από 50 χρόνια, ο κόσμος βρίσκεται χωρίς κανένα δεσμευτικό όριο στα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Όπως υπογράμμισε, οι δύο χώρες κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα των πυρηνικών όπλων παγκοσμίως, γεγονός που καθιστά την εξέλιξη εξαιρετικά ανησυχητική για τη διεθνή σταθερότητα.
Ο επικεφαλής του ΟΗΕ υπενθύμισε ότι ο έλεγχος των πυρηνικών εξοπλισμών, τόσο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου όσο και μετά από αυτόν, συνέβαλε καθοριστικά στην αποτροπή της καταστροφής, οικοδομώντας σταθερότητα και μειώνοντας τον κίνδυνο ολέθριων λανθασμένων υπολογισμών. Όπως σημείωσε, από τις Συνομιλίες Περιορισμού Στρατηγικών Όπλων (SALT) έως τη New START, οι σχετικές συμφωνίες οδήγησαν στη μείωση χιλιάδων πυρηνικών όπλων και ενίσχυσαν ουσιαστικά την παγκόσμια ασφάλεια.
Σύμφωνα με τη δήλωσή του, η διάλυση δεκαετιών επιτευγμάτων έρχεται «στη χειρότερη δυνατή στιγμή», καθώς ο κίνδυνος χρήσης πυρηνικού όπλου βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών. Παράλληλα, έκανε λόγο για μια «ευκαιρία επανεκκίνησης» και δημιουργίας ενός νέου πλαισίου ελέγχου εξοπλισμών, προσαρμοσμένου σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Χαιρετίζοντας το γεγονός ότι οι ηγέτες των δύο χωρών αναγνωρίζουν τον αποσταθεροποιητικό χαρακτήρα μιας νέας κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών, ο Γενικός Γραμματέας απηύθυνε σαφή έκκληση προς Μόσχα και Ουάσιγκτον να μετατρέψουν τα λόγια σε πράξεις.
«Ο κόσμος προσβλέπει πλέον» στις δύο πυρηνικές δυνάμεις, τόνισε, καλώντας τες να επιστρέψουν άμεσα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να συμφωνήσουν σε ένα διάδοχο πλαίσιο που θα αποκαθιστά επαληθεύσιμα όρια, θα μειώνει τους κινδύνους και θα ενισχύει τη συλλογική ασφάλεια.












