Σε μια εποχή που η διεθνής σταθερότητα δεν αποτελεί δεδομένο αλλά ζητούμενο, η ενίσχυση της εθνικής άμυνας δεν είναι επιλογή πολιτικής πολυτέλειας. Είναι στρατηγική αναγκαιότητα. Και αυτό ισχύει πολλαπλά για την Ελλάδα, μια χώρα με συγκεκριμένη γεωγραφία, ιστορικό φορτίο και μια γειτονιά που παραμένει διαρκώς εύφλεκτη.
- του Στρατή Κοκκινέλλη, φιλόλογος – δημοσιογράφος
Δεν είναι τυχαίο ότι το παρόν άρθρο δημοσιεύεται τριάντα χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων. Τριάντα χρόνια μετά από μία από τις πιο τραυματικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, που ανέδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο τι σημαίνει να επαφίεσαι αποκλειστικά σε συμμαχίες, χωρίς επαρκή αποτρεπτική ισχύ. Και, κυρίως, τριάντα χρόνια μετά την απώλεια τριών Ελλήνων αξιωματικών, οι οποίοι έπεσαν εν ώρα καθήκοντος σε μια κρίση που άφησε πίσω της περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις.
Το περιβόητο «No ships, no troops, no flags» δεν ήταν απλώς μια φράση, αλλά η απαρχή για νέες περιπέτειες με ένα αιχμηρό εθνικό τραύμα. Ήταν το αποτύπωμα μιας εποχής αυταπατών, όπου πιστέψαμε ότι η γεωπολιτική ασφάλεια μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με διπλωματικά χαμόγελα και τηλεφωνήματα της τελευταίας στιγμής. Η ιστορία απέδειξε ότι αυτό το δόγμα κόστισε. Και ότι τέτοιες στιγμές δεν πρέπει να επαναληφθούν.
Σήμερα, το διεθνές περιβάλλον είναι ίσως ακόμη πιο ασταθές. Η Μέση Ανατολή φλέγεται, η Ανατολική Μεσόγειος παραμένει πεδίο ανταγωνισμών και η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες εισάγει έναν παράγοντα θεσμικής απροβλεψιμότητας: Έναν Αμερικανό πρόεδρο που αντιμετωπίζει τις συμμαχίες εργαλειακά, όχι ως σταθερές αξίες. Όποιος πιστεύει ότι οι διεθνείς εγγυήσεις λειτουργούν αυτόματα, απλώς δεν έχει διαβάσει σωστά τη νέα πραγματικότητα.
Ακριβώς γι’ αυτό η επιλογή της Ελλάδας να επενδύσει σοβαρά, οργανωμένα και με σχέδιο στην άμυνά της αποκτά ιστορικό βάθος. Η άφιξη της φρεγάτας «Κίμων» δεν είναι απλώς ένα ακόμη εξοπλιστικό γεγονός. Είναι μια ιστορική ημέρα, μια στιγμή εθνικής υπερηφάνειας. Ένα υπερσύγχρονο πολεμικό πλοίο που επιβεβαιώνει ότι, επί διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη και Νέας Δημοκρατίας, υλοποιείται ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα-μαμούθ χωρίς προηγούμενο, προσαρμοσμένο στις πραγματικές ανάγκες της χώρας.
Στον αέρα και στη θάλασσα, οι Ένοπλες Δυνάμεις ενισχύονται με τρόπο που αλλάζει το επιχειρησιακό αποτύπωμα της Ελλάδας και την καθιστά δύναμη σταθερότητας και ασφάλειας. Και αυτό δεν αφορά μόνο τα επιτελεία. Αφορά το ηθικό, την αυτοπεποίθηση και το αίσθημα ασφάλειας της κοινωνίας. Ιδίως των νησιωτών και των κατοίκων της παραμεθορίου, που γνωρίζουν καλύτερα από όλους τι σημαίνει γεωγραφία χωρίς εκπτώσεις.
Η ενίσχυση της άμυνας δεν είναι φιλοπόλεμη επιλογή. Είναι πολιτική ευθύνης. Είναι η προϋπόθεση για να μη βρεθεί ξανά η χώρα μπροστά σε τετελεσμένα, σε γκρίζες ζώνες και σε διλήμματα εθνικής ταπείνωσης. Με ισχυρά μέσα, σύγχρονους εξοπλισμούς και σοβαρές συμμαχίες, η Ελλάδα σήμερα δεν προκαλεί, αλλά δεν εκβιάζεται.
Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο δίδαγμα από τα Ίμια. Η ειρήνη δεν διασφαλίζεται με ευχές. Διασφαλίζεται με ισχύ, σχέδιο και αυτογνωσία. Γι’ αυτό και η επιλογή της κυβέρνησης να επενδύσει στην εθνική άμυνα δεν είναι απλώς σωστή. Είναι αναγκαία. Και ναι, τριάντα χρόνια μετά, οι νησιώτες -και όχι μόνο- ευχαριστούμε. Γιατί η ασφάλεια δεν είναι δεδομένη. Κερδίζεται καθημερινά.
ΥΓ: Σε κρίσεις όπως των Ιμίων αποδεικνύεται έμπρακτα και στο πεδίο γιατί η εξουσία πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό, όπως και ότι η ψήφος δεν πρέπει να είναι μέσον τιμωρίας ή εκδίκησης.











