Υπάρχει μια φράση που ακούγεται σχεδόν σαν συμβουλή ζωής στην Ελλάδα: «μην μπλέκεις». Την κουβαλάει μια γενιά σαν κληρονομιά. Σου τη λένε οι γονείς, οι φίλοι, οι συνάδελφοι. Τη μαθαίνεις νωρίς, πριν καν καταλάβεις τι σημαίνει δικαίωμα. Και κάπως έτσι, μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε όχι με το «διεκδίκησε», αλλά με το «κάνε υπομονή».
- του Γιώργου Καραμανλή
Για τους νέους, το «μην μπλέκεις» μοιάζει με στρατηγική επιβίωσης. Όταν ξέρεις ότι η καταγγελία μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ, ότι η σύγκρουση σε στιγματίζει, ότι το σύστημα δεν σε προστατεύει αλλά σε κουράζει, τότε μαθαίνεις να αποφεύγεις. Να χαμηλώνεις τον τόνο. Να κάνεις πως δεν είδες. Να φύγεις αντί να μιλήσεις.
Στη δουλειά, το «μην μπλέκεις» σημαίνει να μη μιλήσεις για υπερωρίες που δεν πληρώνονται. Να μη διαμαρτυρηθείς για συμπεριφορές που σε προσβάλλουν. Γιατί «υπάρχουν κι άλλοι που περιμένουν». Στις σχέσεις, σημαίνει να μην ανοίξεις δύσκολες κουβέντες. Να κάνεις ghosting αντί για σύγκρουση. Στην κοινωνία, σημαίνει να βλέπεις κάτι άδικο και να προσπερνάς. Δεν είναι εξαιτίας της αδιαφορίας, αλλά επειδή εξαντλείσαι.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η κουλτούρα δεν μένει ατομική. Γίνεται συλλογική. Όταν πολλοί δεν μπλέκουν, τίποτα δεν αλλάζει. Η αδικία παγιώνεται. Η αυθαιρεσία γίνεται κανονικότητα. Και η σιωπή βαφτίζεται «ωριμότητα». Σαν να είναι πιο ώριμο να αντέχεις παρά να αντιδράς.
Οι νέοι δεν αποφεύγουν τη σύγκρουση, επειδή δεν έχουν άποψη. Το αντίθετο. Έχουν άποψη για όλα. Απλώς έχουν μάθει ότι το κόστος τού να μιλήσεις είναι συχνά μεγαλύτερο από το όφελος. Ότι η διεκδίκηση δεν ανταμείβεται. Ότι το σύστημα κουράζει περισσότερο από το πρόβλημα που πας να λύσεις. Κι έτσι, το «μην μπλέκεις» γίνεται φίλτρο ζωής.
Κάπου εδώ κρύβεται και η μεγάλη απώλεια. Όχι μόνο για τους νέους, αλλά για όλους. Γιατί μια κοινωνία που εκπαιδεύει τους πιο ενεργούς ανθρώπους της να μην μπλέκουν, εκπαιδεύεται ταυτόχρονα να μην προχωρά. Χάνει ιδέες, ενέργεια, οργή που θα μπορούσε να γίνει αλλαγή. Χάνει ανθρώπους που θα μπορούσαν να σηκώσουν το κεφάλι, αλλά έμαθαν να κοιτούν αλλού.
Το πιο ειρωνικό; Όλοι μετά αναρωτιούνται «γιατί δεν αντιδρά κανείς». Η απάντηση είναι απλή: γιατί κάποτε του έμαθαν ότι όποιος μπλέκει, πληρώνει.
Το «μην μπλέκεις» μπορεί να σε προστατεύει βραχυπρόθεσμα, αλλά μακροπρόθεσμα μας αφοπλίζει όλους. Αν θέλουμε λιγότερη σιωπή και περισσότερη δημοκρατία, πρέπει πρώτα να ξανακάνουμε τη σύγκρουση ασφαλή. Κι όχι απαραίτητα ηρωική, αλλά εφικτή.
Γιατί μια κοινωνία που φοβάται να μπλέξει, έχει ήδη μπλέξει πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζει.










