Οι αποκαλύψεις για τη νέα επιχειρηματική δραστηριότητα της οικογένειας του περιφερειάρχη Ηπείρου Αλέξανδρου Καχριμάνη στον τομέα των real estate και του τουρισμού που έκανε πριν μερικές ημέρες ο «Τύπος Ηπείρου», με αιχμή την αγορά 12 στρεμμάτων στα Σύβοτα Θεσπρωτίας και τη σύμπραξη με κορυφαία στελέχη ενός από τους ισχυρότερους επιχειρηματικούς ομίλους της Αλβανίας, δεν αποτελούν απλώς ακόμη μία «επένδυση».
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Ιωάννας Ντάνη για την εφημερίδα «Political», αποτελούν ένα πολιτικό και θεσμικό γεγονός πρώτης γραμμής, που αφορά άμεσα τη σχέση πολιτικής εξουσίας και οικονομικής ισχύος. Δεν πρόκειται για μια οικογένεια οποιουδήποτε πολίτη. Πρόκειται για την οικογένεια ενός περιφερειάρχη που επί δεκαετίες κατέχει καίριες θέσεις εξουσίας, επηρεάζει αποφάσεις, διαχειρίζεται κονδύλια, ασκεί διοίκηση και έχει ισχυρό ρόλο στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα της Ηπείρου.
«Δεν δέχομαι καμία ερώτηση»
Όταν, λοιπόν, αυτή η οικογένεια εμφανίζεται να αναπτύσσει μια διαρκώς διευρυνόμενη επιχειρηματική δραστηριότητα εκατοντάδων χιλιάδων -αν όχι εκατομμυρίων- ευρώ, το ζήτημα παύει να είναι «ιδιωτικό» και μετατρέπεται σε μείζον πολιτικό θέμα.
Η εικόνα ενός περιφερειάρχη που εισέρχεται σε συνεδρίαση της Περιφερειακής Επιτροπής και δηλώνει προκαταβολικά ότι «δεν δέχομαι καμία ερώτηση» και ότι πρόκειται για «προσωπικό θέμα», πριν καν τεθεί οποιοδήποτε ζήτημα, δεν αποπνέει διαφάνεια. Αντιθέτως, αποπνέει πολιτικό πανικό και αμηχανία.
Διότι όταν μιλάμε για επενδύσεις σε τουριστικές περιοχές υψηλής αξίας, για σύμπραξη με διεθνείς επιχειρηματικούς ομίλους και για ίδρυση νέων εταιρειών με ξεκάθαρα τουριστικό-επενδυτικό προσανατολισμό, δεν μιλάμε για προσωπικές υποθέσεις. Μιλάμε για υποθέσεις που αφορούν το δημόσιο συμφέρον, τη θεσμική αξιοπιστία και τη σχέση πολιτικής και χρήματος.
Οι συνεταίροι και η διεθνής διάσταση στην υπόθεση
Σύμφωνα με την έρευνα της εκδότριας του «Τύπου Ηπείρου» Ελένης Καραπάνου, η ίδρυση της εταιρείας Μούρτος Τουριστική ΙΚΕ, με έδρα τα Γιάννενα, με τη συμμετοχή των τριών παιδιών του περιφερειάρχη και δύο κορυφαίων στελεχών μεγάλου αλβανικού ομίλου, δεν είναι μια απλή επιχειρηματική πράξη. Είναι μια κίνηση με ξεκάθαρο συμβολισμό και πολιτικό βάρος.
Όταν άνθρωποι με τεράστια οικονομική επιφάνεια, που δραστηριοποιούνται σε διεθνές επίπεδο, επιλέγουν να συνεταιριστούν με τα παιδιά ενός περιφερειάρχη, αυτό στέλνει ένα μήνυμα: ότι οι Καχριμαναίοι δεν θεωρούνται απλώς μια «μεσαία» επιχειρηματική οικογένεια, αλλά συνομιλητές ισότιμοι σε επενδύσεις υψηλού βεληνεκούς. Αυτό από μόνο του γεννά το κρίσιμο ερώτημα: με ποια κεφάλαια, με ποιο οικονομικό υπόβαθρο και με ποια πραγματική ισχύ;
Η παρουσία του Χρήστου Νάτση, κορυφαίου στελέχους ενός από τους μεγαλύτερους επιχειρηματικούς ομίλους της Αλβανίας, προσδίδει διεθνή διάσταση στην υπόθεση. Δεν μιλάμε για τυχαίες συνεργασίες. Μιλάμε για συμπράξεις με ανθρώπους που διαθέτουν οικονομική αυτοκρατορία. Και όταν αυτοί οι άνθρωποι επιλέγουν να συνδέσουν το όνομά τους με τα παιδιά ενός Έλληνα περιφερειάρχη, το ερώτημα για την οικονομική επιφάνεια της οικογένειας Καχριμάνη γίνεται εκκωφαντικό.
Τα 12 στρέμματα στα Σύβοτα και το πραγματικό κόστος
Η αγορά 12 στρεμμάτων στην περιοχή «Μέγα Άμμος» στα Σύβοτα Θεσπρωτίας μόνο ως μια καθημερινή και τυπική αγοραπωλησία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Τα Σύβοτα συγκαταλέγονται στις πιο ακριβές και τουριστικά αναπτυσσόμενες περιοχές της Δυτικής Ελλάδας. Η γη εκεί δεν είναι απλώς ακριβή. Είναι σχεδόν απλησίαστη για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών, αλλά και για πολλούς επαγγελματίες του τουρισμού.
Ακόμη και αν κάποιος δεχθεί τις χαμηλές αντικειμενικές αξίες, μιλάμε για εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Στην πραγματική αγορά, τα ποσά αυτά πολλαπλασιάζονται. Κανείς σοβαρός επαγγελματίας της αγοράς δεν πιστεύει ότι τέτοια γη σε τέτοια τοποθεσία αλλάζει χέρια με «φθηνά» ποσά.
Εδώ, λοιπόν, δεν μιλάμε απλώς για μια επένδυση. Μιλάμε για μια επίδειξη οικονομικής δυνατότητας. Μια επίδειξη που δεν μπορεί να εξηγηθεί πειστικά με το αφήγημα του «μεροκάματου» και της μικρής οικογενειακής επιχειρηματικότητας.
Επενδύσεις εκατομμυρίων από τα «μεροκάματα» της φαμίλιας
Κατά καιρούς, όπως έχει γράψει η «Political» και ο «Τύπος Ηπείρου», ο ίδιος ο περιφερειάρχης Ηπείρου έχει παρουσιάσει τα παιδιά του ως ανθρώπους που «παλεύουν για το μεροκάματο». Όμως αυτή η εικόνα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα που προκύπτει από τις ίδιες τις επιχειρηματικές κινήσεις της οικογένειας.
Άνθρωποι που παλεύουν για το μεροκάματο δεν αγοράζουν εκτάσεις σε κοσμοπολίτικες περιοχές. Δεν συμμετέχουν σε πεντάστερα ξενοδοχεία. Δεν χρηματοδοτούν ανακαινίσεις εκατομμυρίων. Δεν συνεταιρίζονται με διεθνείς επιχειρηματικούς ομίλους. Δεν ιδρύουν εταιρείες για ανέγερση τουριστικών συγκροτημάτων.
Πλέγμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων
Το αφήγημα αυτό, αντί να απαντά στα ερωτήματα, τα καθιστά ακόμη πιο πιεστικά. Διότι αν δεν προέρχονται τα κεφάλαια από μισθούς και απλές επιχειρηματικές δραστηριότητες, τότε από πού προέρχονται;
Η οικογένεια Καχριμάνη δεν εμφανίζεται απλώς να έχει μία ή δύο επενδύσεις. Εμφανίζεται να οικοδομεί ένα πλέγμα επιχειρηματικών δραστηριοτήτων: ξενώνες, ξενοδοχεία, συμμετοχές σε μεγάλες μονάδες, πολυτελή εστιατόρια, νέες αγορές ακινήτων, τουριστικά projects υψηλών απαιτήσεων.
Αυτή η διαρκής επέκταση δεν είναι αποτέλεσμα τύχης. Προϋποθέτει συνεχή ροή κεφαλαίων, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και -κυρίως- οικονομική άνεση που υπερβαίνει κατά πολύ την εικόνα μιας «μεσαίας» οικογένειας της περιφέρειας.
Όταν όλα αυτά συμβαίνουν παράλληλα με τη μακρόχρονη παρουσία του πατέρα στην κορυφή της περιφερειακής διοίκησης, η σύνδεση πολιτικής εξουσίας και οικονομικής ισχύος δεν μπορεί να αγνοηθεί. Δεν μπορεί να θεωρηθεί σύμπτωση. Δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με σιωπή.
Ο Αλέξανδρος Καχριμάνης δεν είναι ένας τυχαίος αιρετός. Είναι ένας από τους μακροβιότερους παράγοντες της τοπικής και περιφερειακής εξουσίας. Δήμαρχος, νομάρχης, περιφερειάρχης. Πάνω από 35 χρόνια σε καίριες θέσεις, με δυνατότητα επιρροής σε έργα, αποφάσεις, χρηματοδοτήσεις, αναπτυξιακές επιλογές.
Σε κάθε σοβαρή δημοκρατία, όταν μια οικογένεια πολιτικού εμφανίζει τέτοιας κλίμακας οικονομική άνοδο, ενεργοποιούνται θεσμικά αντανακλαστικά. Έλεγχοι, ερωτήματα, διασταυρώσεις. Στην περίπτωση της Ηπείρου όμως, η εικόνα είναι διαφορετική: σιωπή, ανοχή και μια αίσθηση ότι «όλα επιτρέπονται».
Η αλαζονεία ως πολιτικό σήμα
Οι δημόσιες δηλώσεις του περιφερειάρχη, η επίδειξη ισχύος και η περιφρόνηση της κριτικής ενισχύουν την εικόνα ενός πολιτικού που θεωρεί ότι βρίσκεται υπεράνω ελέγχου. Δηλώσεις του τύπου «στην Ήπειρο υπάρχει κυβέρνηση, εγώ» δεν συνάδουν με δημοκρατική λογοδοσία. Συνάδουν με νοοτροπία τοπάρχη.
Όταν αυτή η νοοτροπία συνδυάζεται με επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας, τότε η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προβληματική. Διότι δημιουργείται η εντύπωση ενός συστήματος όπου η πολιτική εξουσία και το χρήμα αλληλοτροφοδοτούνται.
Δεν είναι προσωπική υπόθεση -είναι πολιτικό ζήτημα πρώτης γραμμής. Το βασικό πρόβλημα δεν είναι αν όλες αυτές οι κινήσεις είναι τυπικά νόμιμες. Το βασικό πρόβλημα είναι αν είναι πολιτικά και θεσμικά αποδεκτές. Αν μπορεί ένας περιφερειάρχης να ζητά εμπιστοσύνη, όταν η οικογένειά του εμφανίζεται να κινείται σε έναν κόσμο μεγάλων επενδύσεων χωρίς πειστικές και καθαρές δημόσιες εξηγήσεις. Σε μια περιοχή όπου σημαντικό ποσοστό των πολιτών ζει στα όρια της φτώχειας, η εικόνα μιας πολιτικής οικογένειας που επενδύει σε real estate, ξενοδοχεία και τουριστικά projects δεν προκαλεί απλώς απορίες. Προκαλεί κοινωνική αγανάκτηση.
Όσο αυτή η υπόθεση παραμένει χωρίς ουσιαστικό θεσμικό έλεγχο, το πολιτικό κόστος βαραίνει συνολικά την κυβερνητική παράταξη. Η σιωπή εκλαμβάνεται ως κάλυψη. Και η κάλυψη ως πολιτική συνενοχή στα μάτια των πολιτών.
Η Ήπειρος δεν αντέχει άλλη υποτίμηση της νοημοσύνης της. Οι πολίτες δεν ζητούν καταδίκες χωρίς στοιχεία. Ζητούν, όμως, διαφάνεια, έλεγχο και καθαρές απαντήσεις.
Θέμα θεσμικής αξιοπιστίας
Η υπόθεση Καχριμάνη δεν είναι μια ακόμη τοπική ίντριγκα. Είναι ένα πολιτικό ζήτημα που ακουμπά τον πυρήνα της σχέσης πολιτικής και χρήματος. Όσο δεν δίνονται πειστικές απαντήσεις, τα ερωτήματα θα πληθαίνουν. Και όσο πληθαίνουν, τόσο θα βαθαίνει το ρήγμα ανάμεσα στους πολίτες και το πολιτικό σύστημα της Ηπείρου.
Γιατί στο τέλος, το ερώτημα δεν είναι αν μια οικογένεια έχει δικαίωμα να επιχειρεί. Το ερώτημα είναι αν μια πολιτική εξουσία δεκαετιών μπορεί να συνυπάρχει με μια οικογενειακή επιχειρηματική αυτοκρατορία χωρίς να τίθεται θέμα θεσμικής αξιοπιστίας. Και σε αυτό το ερώτημα, μέχρι σήμερα, δεν έχει δοθεί καμία πειστική απάντηση.












