Η αύξηση των τιμών αγαθών και υπηρεσιών, που έχει μειώσει το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών, αποτελεί εδώ και μια πενταετία το κυριότερο πρόβλημα, που όμως δύσκολα αντιμετωπίζεται, παρά τον συνδυασμό πολιτικών μέτρων, παρεμβάσεων στην αγορά και δημοσιονομικών κινήσεων.
- του Βασίλη Κορκίδη – Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Για την αντιμετώπιση της ακρίβειας έχουν χρησιμοποιηθεί τόσο κύριες παρεμβάσεις όσο και στοχευμένα μέτρα, με μειώσεις φόρων και ενίσχυση εισοδήματος, αλλά με περιορισμένα αποτελέσματα. Μακροπρόθεσμα, για να μειωθούν οι πιέσεις των τιμών, η χώρα μας πρέπει να ενισχύσει την παραγωγή και τον ανταγωνισμό, ώστε να αυξηθεί η προσφορά αγαθών και να περιοριστούν οι στρεβλώσεις στην ελληνική αγορά.
Η ακρίβεια αποτελεί κυρίαρχο αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης στη Βουλή και στην κοινωνία, με διαφορετικές προτάσεις και προσεγγίσεις για το τι μέτρα θα αποδώσουν καλύτερα, από πιο γενναίες μειώσεις άμεσων και έμμεσων φόρων έως αυστηρότερους ελέγχους στην αγορά. Ακόμα και η δημιουργία της νέας Εθνικής Αρχής Εποπτείας της Αγοράς με ισχυρές αρμοδιότητες και στελέχωση, που μπορεί να ενισχύσει με αυστηρότερους ελέγχους την εποπτεία και τη διαμόρφωση των τελικών τιμών δεν ψηφίστηκε από την αντιπολίτευση. Προσωπικά, πιστεύω πως μια σύγχρονη λειτουργικά Ανεξάρτητη Αρχή μπορεί να δρομολογήσει σειρά πρωτοβουλιών για τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό στην αγορά και να αποτρέψει τη δημιουργία ολιγοπωλίων και μονοπωλίων.
Η κυβέρνηση κατά καιρούς έχει εφαρμόσει διάφορες παρεμβάσεις για βασικά αγαθά, ειδικά για τρόφιμα και προϊόντα καθημερινής χρήσης, καθώς και μέτρα για ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, ειδικά για μισθωτούς και συνταξιούχους, ώστε να μη συρρικνωθεί περαιτέρω η αγοραστική τους δύναμη λόγω της ακρίβειας. Παράλληλα έχει αυξήσει τους ελέγχους και έχει θεσπίσει κανόνες που απαγορεύουν την προωθητική τιμολόγηση προϊόντων με αυξημένες τιμές, με στόχο να αποτρέπεται η εκμετάλλευση των καταναλωτών από αθέμιτες πρακτικές. Επίσης έχει δώσει προτεραιότητα στη μεσαία τάξη με μείωση φορολογικών βαρών και αύξηση καθαρών εισοδημάτων, ώστε να ενισχυθεί η αγοραστική δυνατότητα των νοικοκυριών, ειδικά των ευάλωτων ομάδων με παιδιά και χαμηλότερες απολαβές.
Η τελευταία πενταετία αποτέλεσε μια περίοδο έντονης προσαρμογής για τους Έλληνες καταναλωτές, καθώς οι τιμές των αγαθών συνέχισαν να ασκούν ισχυρές πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημά τους. Η άνοδος των τιμών, ιδιαίτερα στα βασικά αγαθά και υπηρεσίες, οδήγησε σε αναδιάταξη της καταναλωτικής δαπάνης, με ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος να κατευθύνεται στην κάλυψη των θεμελιωδών αναγκών για διατροφή, στέγαση και ενέργεια. Σε αυτό το περιβάλλον οι καταναλωτές υιοθέτησαν πιο συγκρατημένες και πειθαρχημένες αγοραστικές πρακτικές, δίνοντας πρωτεύοντα ρόλο στην τιμή, περιορίζοντας την κατανάλωση σε βασικούς τομείς και ενισχύοντας τη σύγκριση εναλλακτικών επιλογών ως μέσο ελέγχου του κόστους. Η καταναλωτική συμπεριφορά αναμένεται να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά αυξημένης ευαισθησίας στην τιμή, καθώς οι εμπειρίες της μακράς περιόδου ακρίβειας έχουν ενσωματωθεί στη νοοτροπία των νοικοκυριών.
Το συμπέρασμα που προκύπτει από την ετήσια έρευνα της αγοραστικής συμπεριφοράς του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών είναι ότι οι προσαρμογές στην αγοραστική συμπεριφορά περιλαμβάνουν τη μείωση της κατανάλωσης, τη στροφή σε φθηνότερα προϊόντα και καταστήματα προς αναζήτηση χαμηλών τιμών, προσφορών και εκπτώσεων. Ειδικότερα, στον κλάδο των τυποποιημένων προϊόντων, οι καταναλωτές συνέχισαν να αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο κόστος και να στρέφονται σε σταθερά οικονομικότερες επιλογές, όπως τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι το μερίδιο δαπάνης της ιδιωτικής ετικέτας στα σουπερμάρκετ έχει ανέλθει περίπου στο 27%-28% και είναι ενδεικτικό μιας διαρθρωτικής πλέον μετατόπισης των καταναλωτών προς οικονομικότερες επιλογές, που μπορούν να αντέξουν.
Στη διαμόρφωση του καταναλωτικού περιβάλλοντος, αρνητικό ρόλο έχει παίξει η αγορά ακινήτων, όπου η αύξηση του κόστους στέγασης και ειδικά των ενοικίων και της ενέργειας περιόρισε αναγκαστικά τις υπόλοιπες δαπάνες των καταναλωτών, καθώς το κόστος έχει ξεπεράσει τα όρια που μπορούν να αντιμετωπιστούν με επιδοματικές κρατικές ενισχύσεις. Η καθημερινότητα των νοικοκυριών παραμένει πιεστική, εξαιτίας των συσσωρευμένων ανατιμήσεων της πενταετίας 2021-2025 κατά την οποία το κόστος ζωής δεν επέστρεψε ποτέ στην προ κρίσης κανονικότητα. Αντίστοιχα έχει επιβαρυνθεί και η καθημερινότητα των επιχειρήσεων με ακριβότερο κόστος παραγωγής και δαπάνες λειτουργίας, που σταδιακά μεταφέρεται στις τιμές, ενώ τις καθιστούν λιγότερο ανταγωνιστικές στην εγχώρια και διεθνή αγορά.
Συνοψίζοντας, για την αντιμετώπιση της ακρίβειας στην Ελλάδα θα πρέπει βραχυπρόθεσμα να συνδυαστούν οι αυξήσεις μισθών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, οι στοχευμένες ρυθμίσεις τιμών και ελέγχων της αγοράς, οι μειώσεις φορολογικών βαρών και ενισχύσεις εισοδήματος, τα μέτρα στήριξης ευάλωτων ομάδων και μεσαίας τάξης και μακροπρόθεσμα οι μεταρρυθμίσεις για παραγωγικότητα και ανταγωνισμό. Αυτά τα μέτρα μπορούν να μετριάσουν τις πιέσεις της ακρίβειας και να προστατεύσουν έως ένα σημείο το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, αλλά βεβαίως η αποτελεσματικότητά τους επηρεάζεται από πολλούς εξωγενείς παράγοντες, αφού η ακρίβεια στην τελική τιμή οφείλεται κατά 80% στο κόστος παραγωγής και εισαγωγής. Το μέτρο που δεν έχουμε επιχειρήσει κατά της «παγιωμένης ακρίβειας» είναι η μεταρρύθμιση του ΦΠΑ με δύο συντελεστές, με αναδιάταξη των βασικών αγαθών και με τη διατήρηση της ανοδικής πορείας των 29 δισ. ευρώ ετήσιων κρατικών εσόδων από ΦΠΑ.










