Το νέο αφήγημα που επιχειρείται να «κουμπώσει» πάνω στο τραύμα των Τεμπών είναι απλό και για αυτό επικίνδυνο: ότι τάχα η Δικαιοσύνη απαγορεύει στους συγγενείς να ορίσουν πραγματογνώμονες και να πάρουν δείγματα για αποστολή στο εξωτερικό, άρα -όπως υπαινίσσονται ορισμένοι- μπλοκάρεται η διαδικασία και μάλιστα αθετείται δήθεν δημόσια δέσμευση του πρωθυπουργού προς συγγενή θύματος.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Χρήστου Μυτιλινιού για την εφημερίδα «Political», την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, μετά από ερώτηση της «Political», ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης απάντησε ευθέως, χαρακτηρίζοντας τα σχετικά δημοσιεύματα παραπλανητικά και τονίζοντας ότι η εισαγγελική διάταξη είναι «πεντακάθαρη», αφού δίνει τη δυνατότητα στις οικογένειες να ορίσουν τεχνικό σύμβουλο που θα εποπτεύσει τη διαδικασία, όπως προβλέπει ο νόμος.
Η ουσία, όμως, βρίσκεται αλλού: στην εσκεμμένη σύγχυση δύο διαφορετικών ρόλων, που στη δημόσια συζήτηση παρουσιάζονται ως ένα και το αυτό, ενώ είναι εκ διαμέτρου αντίθετοι.
Το «μπέρδεμα» που βολεύει
Στην ποινική διαδικασία, ο πραγματογνώμονας δεν είναι «ειδικός της οικογένειας» ούτε «επιλογή των διαδίκων». Είναι όργανο της Δικαιοσύνης. Διορίζεται από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές, λειτουργεί εντός συγκεκριμένου πλαισίου, ακολουθεί κανόνες και πρωτόκολλα και το πόρισμά του αποτελεί επίσημο αποδεικτικό μέσο. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που η Πολιτεία δεν επιτρέπει «ιδιωτικούς διορισμούς» πραγματογνωμόνων: όχι από δυσπιστία προς τις οικογένειες, αλλά για να προστατεύεται η αμεροληψία και να μην καταρρεύσει το αποδεικτικό υλικό στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Οι οικογένειες, από την άλλη, έχουν ρητά κατοχυρωμένο δικαίωμα να ορίσουν τεχνικούς συμβούλους. Ο τεχνικός σύμβουλος παρίσταται, εποπτεύει, καταγράφει, διατυπώνει παρατηρήσεις, ζητά να σημειωθούν ενστάσεις και στη συνέχεια μπορεί να καταθέσει τεχνική έκθεση για να αξιολογηθεί μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία. Είναι δικαίωμα ουσιαστικό, όχι διακοσμητικό. Αλλά δεν είναι -και δεν μπορεί να είναι- ρόλος που «αντικαθιστά» τον πραγματογνώμονα της Δικαιοσύνης.
Εδώ ακριβώς «πατά» το στήσιμο του αφηγήματος: παρουσιάζει ως δήθεν απαγόρευση κάτι που στην πραγματικότητα είναι δικονομικός κανόνας και μάλιστα βασικός.
Γιατί δεν γίνεται «ο καθένας να παίρνει δείγματα»
Στις εκταφές και στις δειγματοληψίες, ειδικά όταν μιλάμε για ευρήματα που θα αξιολογηθούν σε ποινική δίκη, το κρίσιμο δεν είναι μόνο τι θα δείξει μια ανάλυση, αλλά πώς έφτασε εκεί. Υπάρχει μια αυστηρή έννοια, γνωστή σε κάθε σοβαρή έρευνα: η αλυσίδα φύλαξης και διακίνησης του υλικού. Ποιος πήρε το δείγμα, με ποια διαδικασία, πώς σφραγίστηκε, πού αποθηκεύτηκε, ποιος το παρέλαβε, πώς μεταφέρθηκε, ποιος έχει πρόσβαση. Αν αυτό το νήμα σπάσει, το αποτέλεσμα μπορεί να γίνει αντικείμενο ευθείας αμφισβήτησης. Και τότε, ακόμη και αν είναι επιστημονικά σωστό, μπορεί να αποδειχθεί νομικά αδύναμο.
Με απλά λόγια: αν ο κάθε τεχνικός σύμβουλος μπορούσε να πάρει υλικό και να το στείλει «κατά το δοκούν» σε διαφορετικά εργαστήρια, με διαφορετικά πρωτόκολλα και διαφορετικές παραμέτρους, το πιθανότερο είναι πως θα προέκυπταν πολλαπλές, συγκρουόμενες εκδοχές. Στο δικαστήριο, αυτό δεν θα οδηγούσε σε «περισσότερη αλήθεια», αλλά σε περισσότερη αμφιβολία. Και η αμφιβολία είναι το τελευταίο που χρειάζονται οι οικογένειες, αλλά και η ίδια η δικαστική διερεύνηση.
Η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου
Ο Παύλος Μαρινάκης περιέγραψε το ζήτημα με τρόπο που απευθύνεται στον πολίτη, αποφεύγοντας νομικούς λαβυρίνθους, αλλά κρατώντας τον πυρήνα: η εισαγγελική διάταξη, όπως τόνισε, επιτρέπει στις οικογένειες να ορίσουν εκπρόσωπο-τεχνικό σύμβουλο για να εποπτεύσει τη διαδικασία. Από την ενημέρωση που είχε, σημείωσε ότι επτά από τους εννέα αιτούντες κάνουν χρήση της δυνατότητας αυτής, ενώ δύο διαφωνούν.
Το πραγματικό αίτημα των διαφωνούντων, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, δεν είναι η εποπτεία -είναι να μπορούν «να πάρουν το δείγμα και να πάνε σε δικό τους εργαστήριο να το ελέγξουν». Και εκεί έβαλε την κόκκινη γραμμή: κάτι τέτοιο «ούτε ο νόμος το προβλέπει» ούτε θα είχε την ίδια φερεγγυότητα ως αποτέλεσμα, αφού ο έλεγχος οφείλει να γίνεται μέσα από τα επίσημα εργαστήρια του κράτους, με παρουσία και εποπτεία των τεχνικών συμβούλων των οικογενειών, ώστε το αποτέλεσμα να είναι αδιαμφισβήτητο.
Στο ίδιο πλαίσιο απέρριψε ως ανυπόστατο τον ισχυρισμό ότι υπήρξε «αθέτηση δέσμευσης» του πρωθυπουργού, σημειώνοντας ότι τέτοιες αιτιάσεις ανήκουν στην κατηγορία «να είχαμε να λέγαμε», ειδικά όταν -όπως τόνισε- ο δημόσιος διάλογος επιχειρείται να ξαναγυρίσει σε ένα «παιχνιδάκι» εντυπώσεων, με ανακυκλούμενα σενάρια και υπαινιγμούς.
Η αλήθεια και οι… εντυπώσεις
Στο πεδίο των Τεμπών, η κοινωνία ζητά δικαιοσύνη, καθαρότητα και αποτέλεσμα. Αυτό προϋποθέτει κάτι που συχνά παραβλέπεται: ότι η διαδικασία πρέπει να είναι θωρακισμένη για να μην αμφισβητηθεί. Η διάκριση ανάμεσα σε πραγματογνώμονες της Δικαιοσύνης και τεχνικούς συμβούλους των οικογενειών δεν είναι γραφειοκρατική λεπτομέρεια. Είναι ο κανόνας που κρατά όρθια την απόδειξη.
Και αν κάτι καταδεικνύει η απάντηση Μαρινάκη, είναι ότι το «νέο αφήγημα» δεν πατά σε θεσμική βάση, αλλά σε μια σκόπιμη σύγχυση όρων, ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση «άρνησης» εκεί όπου στην πραγματικότητα υπάρχει νόμιμη διαδικασία με δικαιώματα εποπτείας.
Με άλλα λόγια: στο πιο ευαίσθητο πεδίο, επιχειρείται να υπερισχύσει η εντύπωση από τη δικονομική πραγματικότητα -και αυτό, σε μια υπόθεση που κρίνεται στα δικαστήρια, είναι το μεγαλύτερο ρίσκο για όλους.












