- Του Στέφανου Σκουτέλα
Κάθε χρόνο, την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου, οι δείκτες των ρολογιών μετακινούνται μία ώρα μπροστά. Μια κίνηση σχεδόν μηχανική, σχεδόν αθώα. Κι όμως, πίσω από αυτήν τη φαινομενικά απλή αλλαγή, κρύβεται μια βαθύτερη πραγματικότητα που δεν αφορά το ρολόι αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο. Η αλλαγή της ώρας δεν είναι απλώς μια τεχνική προσαρμογή. Είναι μια παρέμβαση στον εσωτερικό μας ρυθμό, σε εκείνο το αόρατο σύστημα που ρυθμίζει τον ύπνο, την ενέργεια, τη διάθεση και τη λειτουργικότητά μας.
Ο ανθρώπινος οργανισμός λειτουργεί με βάση τον κιρκάδιο ρυθμό, ένα εσωτερικό βιολογικό ρολόι που συγχρονίζεται με το φως και το σκοτάδι. Όταν αυτός ο ρυθμός διαταράσσεται, ακόμη και για μία ώρα, οι συνέπειες δεν είναι αμελητέες. Δεν είναι τυχαίο ότι τις πρώτες ημέρες μετά την αλλαγή της ώρας πολλοί άνθρωποι αναφέρουν κόπωση, ευερεθιστότητα, δυσκολία συγκέντρωσης και διαταραχές ύπνου. Ο εγκέφαλος δεν ακολουθεί αμέσως την αλλαγή. Το σώμα χρειάζεται χρόνο για να επαναπροσδιορίσει τον ρυθμό του, να προσαρμοστεί σε μια νέα πραγματικότητα που του επιβάλλεται εξωτερικά.
Αυτό που συχνά παραβλέπεται είναι ότι η κόπωση δεν προέρχεται μόνο από την απώλεια μιας ώρας ύπνου. Προέρχεται από τη διαταραχή της συνήθειας. Ο άνθρωπος είναι βαθιά συνδεδεμένος με τις επαναλαμβανόμενες ρουτίνες του. Ξυπνά, κινείται, εργάζεται και ξεκουράζεται μέσα σε ένα προβλέψιμο πλαίσιο που του προσφέρει αίσθηση ασφάλειας. Όταν αυτό το πλαίσιο μετακινείται, έστω και ελάχιστα, δημιουργείται μια εσωτερική ασυμφωνία. Ένα μικρό αλλά υπαρκτό «ρήγμα» ανάμεσα σε αυτό που βιώνει και σε αυτό που έχει συνηθίσει.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και μια ευρύτερη διάσταση. Η αλλαγή της ώρας αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας της κοινωνίας να ρυθμίσει τον χρόνο σύμφωνα με πρακτικά και οικονομικά κριτήρια, ενώ ο άνθρωπος λειτουργεί με βιολογικούς και ψυχολογικούς όρους. Αυτή η απόσταση δεν είναι πάντα ορατή, αλλά γίνεται αισθητή. Εκφράζεται μέσα από την κούραση χωρίς εμφανή λόγο, τη δυσκολία προσαρμογής, την αίσθηση ότι «κάτι δεν κουμπώνει».
Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια έχει ανοίξει σε ευρωπαϊκό επίπεδο η συζήτηση για την κατάργηση της αλλαγής ώρας. Η πλειονότητα των πολιτών φαίνεται να επιθυμεί μια σταθερή χρονική βάση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ωστόσο, η απουσία συμφωνίας μεταξύ των κρατών σχετικά με το ποια ώρα θα πρέπει να διατηρηθεί έχει οδηγήσει σε στασιμότητα. Έτσι, το μέτρο συνεχίζει να εφαρμόζεται, όχι απαραίτητα επειδή θεωρείται το βέλτιστο, αλλά επειδή δεν έχει διαμορφωθεί μια κοινά αποδεκτή εναλλακτική.
Πέρα όμως από τις πολιτικές και τεχνικές συζητήσεις, υπάρχει μια πιο ουσιαστική παρατήρηση. Η αλλαγή της ώρας λειτουργεί ως μια μικρή υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν είναι μηχανή. Δεν συγχρονίζεται με εντολές. Δεν προσαρμόζεται άμεσα επειδή το απαιτεί ένα σύστημα.
Χρειάζεται χρόνο, σταθερότητα και συνέπεια για να λειτουργήσει ομαλά. Και κάθε φορά που αυτά διαταράσσονται, ακόμη και ελαφρώς, εμφανίζονται σημάδια απορρύθμισης. Η προσαρμογή τελικά θα συμβεί. Ο οργανισμός έχει την ικανότητα να επανέρχεται, να βρίσκει ξανά την ισορροπία του. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία είναι ουδέτερη. Κάθε μικρή αλλαγή αφήνει ένα αποτύπωμα, έστω και προσωρινό. Και αυτό το αποτύπωμα γίνεται πιο έντονο σε ανθρώπους που ήδη βιώνουν άγχος, πίεση ή διαταραχές ύπνου.
Η αλλαγή της ώρας, λοιπόν, δεν είναι απλώς μια μετακίνηση δεικτών. Είναι μια σιωπηλή υπενθύμιση της σχέσης μας με τον χρόνο. Μια σχέση που δεν είναι απόλυτα ελεγχόμενη, όσο κι αν προσπαθούμε να την ορίσουμε. Γιατί, στο τέλος, ο πραγματικός ρυθμός της ζωής δεν καθορίζεται από το ρολόι που φοράμε, αλλά από το εσωτερικό μας σύστημα. Και αυτό δεν αλλάζει με μια απλή περιστροφή των δεικτών.
- Ο Στέφανος Σκουτέλας είναι Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής MSc











