Η ανακοίνωση του νέου κατώτατου μισθού, που αποφέρει επιπλέον αυξήσεις στις αποδοχές των μισθωτών του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, αποτελεί την τελευταία κίνηση της κυβέρνησης στην κατεύθυνση ενίσχυσης των εισοδημάτων, μετά τις μειώσεις φόρων και τη νέα φορολογική κλίμακα, αλλά και τα δύο πακέτα στήριξης που έχουν ανακοινωθεί εξαιτίας των έως τώρα επιπτώσεων του πολέμου στο Ιράν.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Λίδας Μπόλα για την εφημερίδα Political, ο σχεδιασμός της κυβέρνησης, που προέβλεπε τη συνέχιση των φοροελαφρύνσεων και «έδειχνε» στην επόμενη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης για τις νέες ανακοινώσεις στο πεδίο της οικονομίας, τίθεται πλέον στην αβεβαιότητα των έκτακτων συνθηκών που δημιουργούν η γεωπολιτική αναταραχή και κυρίως η απροσδιόριστη διάρκειά της.
Συσπείρωση δυνάμεων
Οι επόμενοι μήνες είναι απρόβλεπτοι, τη στιγμή που οι πρώτες επιπτώσεις στην οικονομία, με τις ανατιμήσεις στα καύσιμα να δίνουν τον τόνο, εντείνουν την ανησυχία των πολιτών, όπως και την κριτική της αντιπολίτευσης.
Παρ’ όλα αυτά, το κυβερνητικό επιτελείο παρακολουθεί τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν από τις πρώτες ημέρες του πολέμου άνοδο των ποσοστών της ΝΔ, ως τάση συσπείρωσης δυνάμεων που προκαλούν τέτοιου είδους γεγονότα, αλλά και ως αποτύπωση μιας ευρείας αποδοχής των κινήσεων της κυβέρνησης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο πρωθυπουργός δέχεται εκ νέου εισηγήσεις για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες εντός του 2026, ανατρέποντας ουσιαστικά και τον σχεδιασμό που φτάνει έως την άνοιξη του 2027 και τη διακηρυγμένη πρόθεσή του να ολοκληρώσει την τετραετία. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, που καταφθάνουν από το κυβερνητικό στρατόπεδο, υπουργοί, βουλευτές και κομματικά στελέχη φέρονται να τάσσονται υπέρ της ταχύτατης διεξαγωγής τους, ακόμα και πολύ άμεσα, δηλαδή μέσα στον Μάιο ή τον Ιούνιο.
Όσοι εισηγούνται πρόωρες εκλογές, εν μέσω αυτών των συνθηκών, υποστηρίζουν ότι η ρευστότητα του διεθνούς περιβάλλοντος και οι απρόβλεπτες συνέπειες στην οικονομία ουσιαστικά προδιαγράφουν έναν δυσκολότερο χρόνο για την κυβέρνηση σε σχέση με τα έως τώρα σενάρια εργασίας, με τον κίνδυνο η κυβέρνηση να χάσει όσα πιστώθηκε με τα άμεσα ανακλαστικά που επέδειξε να είναι υπαρκτός.
Σημειώνουν ακόμη ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, δύσκολα θέματα όπως του ΟΠΕΚΕΠΕ, των υποκλοπών και των Τεμπών δεν ρίχνουν τη «σκιά» τους στις κινήσεις της κυβέρνησης, παρά την ανάδειξή τους από την αντιπολίτευση, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι τα υπόλοιπα κόμματα θα ήταν ανέτοιμα να διεκδικήσουν ή να αναλάβουν αυτή την ώρα τη διακυβέρνηση της χώρας και τα υπό ίδρυση κόμματα απροετοίμαστα να κάνουν την εμφάνισή τους με αξιώσεις.
Έτσι, τόσο στο ενδοκυβερνητικό όσο και ενδοκομματικό παρασκήνιο συζητούνται δύο σενάρια για πρόωρες κάλπες. Το πρώτο αφορά την προσφυγή σε εκλογές αμέσως μετά το Πάσχα και πάντως πριν το καλοκαίρι. Πριν, δηλαδή, αρχίσει να επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο η κοινωνία από την πολυεπίπεδη ακρίβεια που προεξοφλείται ότι θα υπάρξει, ακόμα και αν αύριο το πρωί λήξουν οι πολεμικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή. Το δεύτερο σενάριο, στο οποίο αρκετοί ποντάρουν, είναι της προσφυγής στις κάλπες το φθινόπωρο, «δείχνοντας» το χρονικό διάστημα αμέσως μετά τη ΔΕΘ. Τότε, όπως λένε, θα έχουν αποτυπωθεί πιο ξεκάθαρα η έκταση και το βάθος των συνεπειών του πολέμου για τη χώρα μας και το κυβερνητικό επιτελείο θα μπορεί να σχεδιάσει με μεγαλύτερη ασφάλεια την εκλογική αλλά και τη μετεκλογική στρατηγική.
Αντίθετη άποψη στα σενάρια περί πρόωρων έχουν ελάχιστοι συνεργάτες του πρωθυπουργού, όπως και το οικονομικό επιτελείο, που επίσης τάσσεται υπέρ της διεξαγωγής των εκλογών την άνοιξη του 2027, δηλαδή στο τέλος της τετραετίας.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι έως τώρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης απορρίπτει οποιαδήποτε συζήτηση για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, όχι μόνο γιατί θέλει να είναι συνεπής με το προφίλ που έχει οικοδομήσει ως ηγέτη που λειτουργεί πάντα θεσμικά και χωρίς αιφνιδιασμούς, αλλά και γιατί επιμένει στο σκεπτικό του ότι η κυβέρνηση θα πρέπει να ολοκληρώσει το έργο για το οποίο έχει δεσμευτεί και κυρίως, δεν θα πρέπει υπό οποιαδήποτε συνθήκη να θέσει εν αμφιβόλω τη σταθερότητα της χώρας, τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο.
«Εσωτερική σταθερότητα και ενότητα»
Ο πρωθυπουργός έδωσε το στίγμα του και κατά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου με δύο φράσεις. «Είναι σημαντικό να έχουμε τη δύναμη να ξεχωρίζουμε τα μεγάλα και τα σοβαρά ενός κόσμου που αλλάζει, με εξελίξεις που μας αφορούν άμεσα, από τα μικρά και τα λιγότερο σημαντικά του κομματικού μας μικρόκοσμου», είπε, απευθυνόμενος και στα στελέχη της κυβέρνησης και επισημαίνοντας ότι «σε μια τόσο σύνθετη συγκυρία, αυτή την εθνική ισχύ που εκπέμπεται και πέραν των συνόρων μας νομίζω ότι οφείλει να τη σφυρηλατεί και η εσωτερική σταθερότητα και η ενότητα».
Ο κ. Μητσοτάκης έχει χαρακτηρίσει, άλλωστε, «ατού» για τη χώρα το γεγονός ότι κινείται σε συνθήκες πολιτικής σταθερότητας, συνθήκες που ενισχύουν τόσο την οικονομία της όσο και την ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων, κυρίως σε συνθήκες κρίσης, όπως αυτές που επικρατούν σήμερα διεθνώς.
Όπως σημειώνουν συνομιλητές του, σταθερή θέση του πρωθυπουργού είναι ότι καμία απόφαση δεν πρόκειται να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα που απαιτείται μπροστά στις επικείμενες προκλήσεις που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν, υπενθυμίζοντας ότι ο κ. Μητσοτάκης είχε απορρίψει σχετικές εισηγήσεις και σε μια άλλη επικίνδυνη περίοδο, εκείνη της πανδημίας, όταν η κυβέρνηση κατέγραφε υψηλά ποσοστά αποδοχής σε πρωτόγνωρες συνθήκες.












