Τα αυτοάνοσα νοσήματα, που πλήττουν το 5-10% των κατοίκων των βιομηχανικά ανεπτυγμένων χωρών, εξελίσσονται σε σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Οι γυναίκες εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά, καθώς το χρωμόσωμα Χ που προσδιορίζει το γυναικείο φύλο περιέχει γονίδια που επηρεάζουν την ανοσολογική λειτουργία.
Τα νοσήματα αυτά εκδηλώνονται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα χάνει την ικανότητά του να διακρίνει τα δικά του κύτταρα, επιτιθέμενο σε υγιείς ιστούς. Υπολογίζεται ότι υπάρχουν πάνω από 100 αυτοάνοσες παθήσεις, όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η θυρεοειδίτιδα Hashimoto, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η πολλαπλή σκλήρυνση και ο διαβήτης τύπου 1. Σχεδόν το 25% των πασχόντων εκδηλώνει και δεύτερο αυτοάνοσο νόσημα.
Ο δρ Αναστάσιος-Ι. Κανελλόπουλος, MD, Χειρουργός-Οφθαλμίατρος και Καθηγητής Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, εξηγεί ότι τα αυτοάνοσα νοσήματα προκαλούν χρόνια φλεγμονή και μπορούν να προσβάλλουν πολλά όργανα, μεταξύ αυτών και τα μάτια.
Τα οφθαλμολογικά συμπτώματα εμφανίζονται συχνά πριν τα υπόλοιπα σημάδια της νόσου και περιλαμβάνουν ξηροφθαλμία, ραγοειδίτιδα, σκληρίτιδα, κερατίτιδα, κοκκίνισμα, πόνο, φωτοφοβία, θόλωμα όρασης, μεταμορφοψία ή διπλωπία. Ορισμένα νοσήματα, όπως ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος και η νόσος του Graves, μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές επιπλοκές στον αμφιβληστροειδή ή ώθηση του οφθαλμικού βολβού.
Η διάγνωση είναι απαιτητική, καθώς οι οφθαλμολογικές εκδηλώσεις μπορεί να εμφανιστούν σε άτομα χωρίς προηγούμενη διάγνωση αυτοανοσίας. Σύγχρονες διαγνωστικές τεχνικές, όπως η οπτική τομογραφία συνοχής (OCT), η OCT αγγειογραφία και η μέτρηση βιοδεικτών στο αίμα, βοηθούν σημαντικά στην αναγνώριση των προβλημάτων.
Η αντιμετώπιση εξαρτάται από το υποκείμενο νόσημα και μπορεί να περιλαμβάνει ειδικές σταγόνες, γυαλιά ή πρίσματα και λεπτές χειρουργικές επεμβάσεις. Ο δρ Κανελλόπουλος υπογραμμίζει ότι η έγκαιρη ανίχνευση των οφθαλμολογικών εκδηλώσεων μπορεί να προλάβει μη αναστρέψιμες βλάβες και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής των ασθενών.












