Σε έναν κόσμο που γίνεται πιο ασταθής, η σταθερότητα δεν είναι απλώς πλεονέκτημα, είναι δύναμη. Και σήμερα, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η Ελλάδα έχει τη δυνατότητα να τη μετατρέψει σε στρατηγικό της όπλο.
- του Λευτέρη Αυγενάκη, πρ. υπουργός, βουλευτής Ηρακλείου με τη Νέα Δημοκρατία
Η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι ενεργειακές εξελίξεις, οι διαταραχές στο διεθνές εμπόριο και οι πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες διαμορφώνουν ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας. Η κλιμάκωση της έντασης με επίκεντρο το Ιράν και η αστάθεια στον Περσικό Κόλπο επαναφέρουν στο προσκήνιο τον κίνδυνο ευρύτερης αποσταθεροποίησης, με άμεσες συνέπειες στις διεθνείς αγορές.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους πλέον κρίσιμους θαλάσσιους διαδρόμους της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς από εκεί διέρχεται σημαντικό ποσοστό του διεθνούς εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Οποιαδήποτε διαταραχή στη λειτουργία αυτής της αρτηρίας μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένο ενεργειακό κόστος, ενίσχυση του πληθωρισμού και επιβάρυνση της οικονομικής δραστηριότητας σε παγκόσμιο επίπεδο.
Παράλληλα, οι επιπτώσεις εκτείνονται πέραν του ενεργειακού τομέα. Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, το κόστος μεταφοράς, οι χρόνοι παράδοσης και η συνοχή των εφοδιαστικών αλυσίδων επηρεάζονται ήδη από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στην ευρύτερη περιοχή. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι οικονομίες που μπορούν να διασφαλίσουν θεσμική συνέχεια, λειτουργική διοίκηση και προβλεψιμότητα στους κανόνες λειτουργίας τους αποκτούν σαφές συγκριτικό πλεονέκτημα.
Η Ελλάδα εντάσσεται πλέον σε αυτή την κατηγορία.
Τα τελευταία χρόνια, η χώρα μας έχει επιτύχει μια ουσιαστική μεταβολή της διεθνούς της εικόνας. Από το επίκεντρο μιας βαθιάς και πολυετούς κρίσης, εξελίσσεται σε οικονομία που εμφανίζει σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, βελτιωμένα δημοσιονομικά μεγέθη και σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, αποτελεί ίσως το σημαντικότερο αποτέλεσμα αυτής της πορείας.
Η εξέλιξη αυτή δεν προέκυψε τυχαία. Υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, η Ελλάδα ακολούθησε μια συνεκτική και μεταρρυθμιστική στρατηγική που αποκατέστησε την αξιοπιστία της οικονομίας και επανέφερε τη χώρα στον πυρήνα των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Με έμφαση στη δημοσιονομική υπευθυνότητα, στη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, στην ταχεία ψηφιοποίηση του κράτους και στη δημιουργία ενός πιο φιλικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, η κυβερνητική πολιτική συνέβαλε καθοριστικά στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και στην ενίσχυση της επενδυτικής εμπιστοσύνης.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι επενδύσεις αναδεικνύονται σε βασικό πυλώνα της αναπτυξιακής στρατηγικής. Η σημασία τους υπερβαίνει τα στενά όρια των οικονομικών δεικτών, καθώς συνδέονται άμεσα με τη δημιουργία θέσεων εργασίας, τη βελτίωση της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της δημοσιονομικής ανθεκτικότητας. Μέσα από αυτές, η οικονομική ανάπτυξη αποκτά ουσιαστικό κοινωνικό αντίκτυπο.
Παρά την αξιοσημείωτη πρόοδο που έχει επιτευχθεί, η Ελλάδα εξακολουθεί να υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου ως προς το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει αφενός τη διαδρομή που έχει ήδη καλυφθεί, αφετέρου το σημαντικό περιθώριο περαιτέρω ενίσχυσης της επενδυτικής δραστηριότητας.
Καθοριστικής σημασίας για την επόμενη φάση είναι η αναδιάρθρωση του παραγωγικού μοντέλου. Η ενίσχυση της βιομηχανίας, της μεταποίησης και της καινοτομίας αποτελεί προϋπόθεση για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας της οικονομίας. Ένα πιο ισορροπημένο παραγωγικό πρότυπο, που δεν στηρίζεται υπέρμετρα στην κατανάλωση και στις υπηρεσίες, μπορεί να δημιουργήσει σταθερότερες βάσεις ανάπτυξης.
Οι ευρωπαϊκές πολιτικές κατευθύνσεις ενισχύουν αυτήν τη στρατηγική επιλογή. Η έμφαση στη στρατηγική αυτονομία, στην ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων και στις κρίσιμες πρώτες ύλες διαμορφώνει ένα νέο πλαίσιο, εντός του οποίου η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει ενεργό ρόλο. Η συμμετοχή σε πρωτοβουλίες που αφορούν την αξιοποίηση στρατηγικών υλικών και τεχνολογιών υψηλής προστιθέμενης αξίας ενισχύει τη γεωοικονομική θέση της χώρας.
Παράλληλα, η ναυτιλία εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας στις θαλάσσιες μεταφορές, η ισχυρή παρουσία της Ελλάδας στον συγκεκριμένο τομέα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, τόσο οικονομική όσο και στρατηγική.
Η ενεργειακή διάσταση αποτελεί επίσης κρίσιμο παράγοντα. Η μεταβλητότητα των διεθνών τιμών ενέργειας επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ιδίως των ενεργοβόρων κλάδων. Η διασφάλιση επαρκούς, αξιόπιστης και ανταγωνιστικής ενέργειας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής.
Την ίδια στιγμή, η αντιμετώπιση των εσωτερικών διαρθρωτικών αδυναμιών παραμένει αναγκαία. Παρά τη σημαντική πρόοδο, η γραφειοκρατία εξακολουθεί να επιβαρύνει την υλοποίηση επενδύσεων και να περιορίζει την ταχύτητα λήψης αποφάσεων. Η ενίσχυση της διοικητικής αποτελεσματικότητας και η παροχή μεγαλύτερης ασφάλειας δικαίου αποτελούν κρίσιμες προϋποθέσεις για την περαιτέρω βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος.
Η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Η διεθνής αστάθεια δημιουργεί προκλήσεις, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει τη σημασία των αξιόπιστων και σταθερών οικονομιών. Οι χώρες που θα καταφέρουν να συνδυάσουν θεσμική σταθερότητα, παραγωγική αναβάθμιση και επενδυτική ελκυστικότητα θα είναι εκείνες που θα ενισχύσουν τη θέση τους στο νέο διεθνές περιβάλλον.
Η χώρα μας διαθέτει πλέον τις προϋποθέσεις να συγκαταλέγεται σε αυτές.
Το ζητούμενο είναι η συνέπεια και η συνέχεια. Διότι σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται διαρκώς, η αξιοπιστία δεν αποτελεί στιγμιαίο επίτευγμα, αλλά διαρκή διαδικασία. Και αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί ένα πιο ανθεκτικό, ανταγωνιστικό και εξωστρεφές μέλλον για την ελληνική οικονομία.











