Νέο πακέτο μέτρων στήριξης στα νοικοκυριά επεξεργάζεται το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, σύμφωνα με ρεπορτάζ της Αλεξάνδρας Γκίτση για την εφημερίδα Political. Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει αναζωπυρώσει τις ανησυχίες για το κόστος ζωής, με τον ετήσιο πληθωρισμό στην Ελλάδα τον Φεβρουάριο να φτάνει το 3,1%, λίγο πάνω από την αρχική εκτίμηση, ενώ στην ευρωζώνη ανήλθε στο 1,9%. Οι αναλυτές αναθεωρούν τις προβλέψεις τους για το 2026, εκτιμώντας ότι θα υπάρξουν νέα κύματα πληθωριστικών πιέσεων. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το νέο πακέτο στήριξης στοχεύει να ενισχύσει τα νοικοκυριά χωρίς να επηρεάσει αρνητικά τη δημοσιονομική ισορροπία.
Σε αυτό το νέο σχέδιο, το γνωστό πρόγραμμα market pass επιστρέφει με έναν πιο φιλόδοξο χαρακτήρα, προσφέροντας υψηλότερα όρια επιδότησης και περισσότερους δικαιούχους. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, το νέο πρόγραμμα θα καλύπτει μεγαλύτερο ποσοστό των δαπανών για τρόφιμα, με στόχο την ενίσχυση των πολιτών εν μέσω συνεχών ανατιμήσεων. Παράλληλα, το σχέδιο περιλαμβάνει και την ενεργοποίηση ενός νέου voucher τροφίμων μέσω ΟΠΕΚΑ, το οποίο θα προορίζεται για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, όπως εκείνα που λαμβάνουν το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα ή βρίσκονται σε ακραία φτώχεια. Το ποσό της ενίσχυσης θα κυμαίνεται από 20 έως 45 ευρώ τον μήνα, με διάρκεια έξι μηνών και δυνατότητα επέκτασης.
Οι αριθμοί λένε ανάπτυξη, αλλά ο καταναλωτής δηλώνει πιεσμένος
Την ίδια στιγμή, η μακροοικονομική εικόνα συνεχίζει να γράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ με μείωση της ανεργίας και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού από τα υψηλά επίπεδα του παρελθόντος. Σε επίπεδο στατιστικής, η εικόνα είναι σχεδόν καθησυχαστική. Αλλά η καθημερινότητα λέει κάτι άλλο. Σχεδόν οι μισοί καταναλωτές, κατά δήλωσή τους, βλέπουν τα οικονομικά τους να χειροτερεύουν. Έξι στους δέκα, με βάση έρευνες αγοράς, δηλώνουν ότι το εισόδημά τους καλύπτει μόλις τα βασικά. Η πίεση αυτή αποτυπώνεται καθαρά στα ράφια.
Με μερίδιο 24,3% στην αξία πωλήσεων, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας δεν είναι πλέον «φθηνή εναλλακτική», αλλά βασικός πυλώνας κατανάλωσης. Και το πιο κρίσιμο, αναπτύσσονται σε όγκο, όχι σε τιμές. Σε μια αγορά όπου ο πληθωρισμός επιμένει, τα private label λειτουργούν ως εργαλείο άμυνας για το πορτοφόλι. Η εικόνα ενισχύεται από τη μείωση των προσφορών στα επώνυμα προϊόντα, αποτέλεσμα της εφαρμογής του Κώδικα Δεοντολογίας. Καθώς οι εκπτώσεις περιορίζονται, ο καταναλωτής μετατοπίζεται σε πιο σταθερά οικονομικές επιλογές και εκεί τα private label κερδίζουν έδαφος, όχι συγκυριακά αλλά δομικά, αναφέρουν έρευνες.
Την ίδια στιγμή, μόλις το 20% των καταναλωτών δηλώνει ότι αισθάνεται οικονομικά ασφαλές, ενώ περίπου ένα στα τέσσερα νοικοκυριά (25%) αναφέρει δυσκολία στην κάλυψη βασικών μηνιαίων υποχρεώσεων. Περισσότεροι από τους μισούς εκφράζουν ανησυχία για την εξέλιξη του κόστους ζωής.
Εγκαταλείπουν τις αυθόρμητες αγορές
Η επίδραση αυτής της πίεσης αποτυπώνεται στις αγοραστικές επιλογές. Οι καταναλωτές εγκαταλείπουν σε μεγάλο βαθμό τις αυθόρμητες αγορές, υιοθετώντας πιο μεθοδικές πρακτικές. Έξι στους δέκα (60%) δηλώνουν ότι πραγματοποιούν αγορές κυρίως όταν εντοπίζουν προσφορές ή εκπτώσεις, ενώ το 52% συγκρίνει συστηματικά τιμές μεταξύ διαφορετικών καταστημάτων πριν καταλήξει.
Παράλληλα, καταγράφεται σαφής περιορισμός στην ποσότητα και τη σύνθεση του καλαθιού. Το 29% των καταναλωτών δηλώνει ότι αγοράζει μικρότερες ποσότητες ή ψωνίζει λιγότερο συχνά, ενώ το 21% έχει διακόψει την αγορά προϊόντων που θεωρεί μη απαραίτητα. Επιπλέον, ένα 10% στρέφεται σε οικονομικότερες κατηγορίες, όπως τα κατεψυγμένα προϊόντα, υποκαθιστώντας πιο ακριβές επιλογές. Τα στοιχεία αυτά υποδεικνύουν όχι μόνο συγκράτηση δαπανών, αλλά και δομική αλλαγή στη συμπεριφορά, με έμφαση στη μεγιστοποίηση της αξίας ανά ευρώ. Η προσαρμογή επεκτείνεται και πέρα από το λιανεμπόριο τροφίμων.
Στον τομέα της κατανάλωσης εκτός σπιτιού, το 84% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι έχει περιορίσει δαπάνες για εστίαση και ψυχαγωγία. Η τάση αυτή μετατοπίζει τη ζήτηση προς την κατ’ οίκον κατανάλωση, ενισχύοντας κατηγορίες που σχετίζονται με την προετοιμασία γευμάτων και την οικιακή ψυχαγωγία. Ωστόσο, η εξωστρεφής κατανάλωση δεν εξαφανίζεται πλήρως, περίπου το 60% εξακολουθεί να επιλέγει εστιατόρια και ταβέρνες, το 50% καφέ και μπαρ, ενώ το 46% διατηρεί ενδιαφέρον για ταξίδια και εκδρομές, αν και με μεγαλύτερη επιλεκτικότητα.












