Η χθεσινή ψηφοφορία στην Ολομέλεια δεν ήταν μια ακόμη «τυπική διαδικασία». Ήταν μια θεσμική καμπή: η Βουλή αποφάσισε τη 13η άρση της βουλευτικής ασυλίας του Παύλου Πολάκη με 169 ψήφους υπέρ, 73 κατά και 10 «παρών» (σύνολο 252 βουλευτές).
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Χρήστου Μυτιλινιού για την εφημερίδα «Political», το αποτέλεσμα αυτό ανοίγει διάπλατα τον δρόμο, ώστε η δικαιοσύνη να εξετάσει τη μήνυση του Σταμάτη Πουλή, πρώην στελέχους του ΚΕΕΛΠΝΟ, η οποία -σύμφωνα με το περιεχόμενό της όπως αποτυπώνεται στο κοινοβουλευτικό σκέλος- αφορά ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος κατά συρροή και αθέμιτη επιρροή σε δικαστικούς λειτουργούς.
Σε μια περίοδο όπου η πολιτική συχνά επιχειρεί να «εξηγήσει» τη δικαιοσύνη και να τη στριμώξει σε στρατόπεδα, η υπόθεση Πουλή-ΚΕΕΛΠΝΟ-Πολάκη λειτουργεί ως τεστ αντοχής: όχι για πρόσωπα, αλλά για το αν οι θεσμοί μπορούν να αποσυνδέσουν τον θόρυβο από τα πραγματικά δεδομένα.
Από τις προσλήψεις του 2013-2014 στο εδώλιο
Το νήμα ξεκινά από την περίοδο 2013-2014, όταν στο ΚΕΕΛΠΝΟ έγιναν προσλήψεις που στη συνέχεια αποτέλεσαν αντικείμενο έντονης δημόσιας και πολιτικής αντιπαράθεσης. Η πλευρά Πολάκη τις περιέγραψε ως «παράνομες», ενώ η άλλη πλευρά τις αντιμετώπισε ως νόμιμες και ως ζήτημα που εργαλειοποιήθηκε πολιτικά. Το αποτέλεσμα ήταν να φτάσει η υπόθεση στα δικαστήρια, με τέσσερα πρόσωπα να κάθονται στο εδώλιο: Σταμάτης Πουλής, Ανδρονίκη Θεοφιλάτου, Αικατερίνη Πολύζου και Θεόδωρος Παπαδημητρίου.
Εδώ είναι η πρώτη κρίσιμη διάκριση που συχνά χάνεται: άλλο η ουσία της υπόθεσης των προσλήψεων και άλλο οι μεταγενέστερες δικαστικές κινήσεις που αφορούν τη δημόσια στοχοποίηση προσώπων ή -όπως τώρα- το εάν υπήρξαν ενέργειες που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως προσπάθεια επηρεασμού της κρίσης των δικαστών.
Η αθώωση που άλλαξε τους συσχετισμούς
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2024, το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων έκρινε ομόφωνα αθώους τους τέσσερις κατηγορούμενους για την υπόθεση των προσλήψεων.
Η αθώωση αυτή δεν ήταν απλώς μια δικαστική κατάληξη. Στην πράξη, αποτέλεσε το σημείο όπου το αφήγημα περί «βέβαιων παρανομιών» συγκρούστηκε με την πραγματικότητα της δικαστικής κρίσης. Για την πλευρά Πουλή, εκείνη η απόφαση λειτούργησε ως θεσμική αποκατάσταση: όταν επί χρόνια ένας άνθρωπος γίνεται σύμβολο σε πολιτικό κατηγορητήριο, η αθώωση αποκτά ειδικό βάρος -όχι επικοινωνιακό, αλλά ουσιαστικό.
Λίγους μήνες μετά, στις 30 Απριλίου 2025, ήρθε ένα δεύτερο κομβικό επεισόδιο, αυτή τη φορά σε διαφορετική δικογραφία: ο Παύλος Πολάκης καταδικάστηκε από Μονομελές Πλημμελειοδικείο σε 12 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή για συκοφαντική δυσφήμηση σε βάρος του Σταμάτη Πουλή (δικάστηκε ερήμην, όπως καταγράφηκε).
Και εδώ η λεπτομέρεια μετρά: η συγκεκριμένη υπόθεση δεν «ξαναδικάζει» τις προσλήψεις. Κρίνει εάν ειπώθηκαν και αποδόθηκαν πράγματα που ξεπέρασαν τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και μπήκαν στο πεδίο της ποινικά κολάσιμης προσβολής.
Διερεύνηση
Η τελευταία άρση ασυλίας αφορά την τρίτη και πλέον ευαίσθητη γραμμή του χρονικού: τη μήνυση Πουλή με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την αθέμιτη επιρροή σε δικαστικούς λειτουργούς. Ο ίδιος ο κ. Πολάκης, μιλώντας στη Βουλή, παρουσίασε την υπόθεση ως πολιτική δίωξη και κατήγγειλε θεσμική εκτροπή, υποστηρίζοντας ότι «φάκελος» διαβιβάστηκε στη Βουλή με αιτία την κατάθεσή του σε δικαστήριο.
Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι τι λέει ο κάθε πολιτικός στη συγκυρία. Είναι τι θα κριθεί από τα στοιχεία. Και εδώ η θέση της πλευράς Πουλή -και όσων επιμένουν στη θεσμική κανονικότητα- είναι απλή: όταν κάποιος καταγγέλλει «αθέμιτη επιρροή», η απάντηση δεν είναι οι κραυγές, αλλά η διερεύνηση. Η ασυλία υπάρχει για να προστατεύει την πολιτική λειτουργία, όχι για να ακυρώνει τον δικαστικό έλεγχο όταν τίθενται συγκεκριμένες, επώνυμες αιτιάσεις.
Η υπόθεση, λοιπόν, επιστρέφει εκεί όπου όφειλε να βρίσκεται από την αρχή: στο φως των αποδείξεων. Και όσο και αν ο δημόσιος διάλογος θα συνεχίσει να παράγει θερμοκρασίες, το κρίσιμο είναι ένα: μετά τη χθεσινή απόφαση της Βουλής, ο φάκελος παύει να είναι πολιτικό σύνθημα και γίνεται -επιτέλους- δικαστικό αντικείμενο.












