Μέχρι τη σημερινή τραγωδία, η Βιολάντα συγκαταλεγόταν στις πλέον δυναμικά αναπτυσσόμενες ελληνικές βιομηχανίες μπισκότων και αρτοσκευασμάτων. Η πυρκαγιά που ξέσπασε τα ξημερώματα στις εγκαταστάσεις της στα Τρίκαλα, με τραγικό απολογισμό τρεις νεκρές εργαζόμενες και δύο αγνοούμενες, σκίασε απότομα την πορεία της εταιρείας και προκάλεσε σοκ στην τοπική κοινωνία και στον κλάδο των τροφίμων.
Οι δυνάμεις της Πυροσβεστικής έδωσαν πολύωρη μάχη με τις φλόγες, ενώ οι έρευνες για τα αίτια του δυστυχήματος βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη.

Η Βιολάντα παραμένει έως σήμερα ιδιωτική, μη εισηγμένη εταιρεία, με τη μετοχική της σύνθεση να ελέγχεται από τους ιδρυτές και την οικογένεια του Κωνσταντίνου Τζιωρτζιώτη. Παρά την εξέλιξή της σε βιομηχανικό Ομιλο, πρόκειται για επιχείρηση με έντονα οικογενειακά χαρακτηριστικά, χωρίς συμμετοχή θεσμικών επενδυτών ή επενδυτικών κεφαλαίων, γεγονός που της επέτρεψε να ακολουθήσει στρατηγική οργανικής ανάπτυξης και μακροπρόθεσμων επενδύσεων, διατηρώντας τον έλεγχο και τη διοίκηση εντός της ιδρυτικής ομάδας.

Η ιστορία της ξεκινά από έναν συνοικιακό φούρνο στα Τρίκαλα που διατηρούσε ο Μόδεστος Τσίνας. Στον φούρνο αυτό έκανε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα ο Κωνσταντίνος Τζιωρτζιώτης, γαμπρός του Τσίνα, ιδρύοντας την μπισκοτοβιομηχανία το 2003.
Η εταιρεία διαθέτει τρεις παραγωγικές μονάδες στη Θεσσαλία – με βασικό εργοστάσιο στα Τρίκαλα και σύγχρονη μονάδα στη Λάρισα – απασχολώντας περίπου 250 εργαζόμενους. Τα προϊόντα της έχουν ισχυρή παρουσία στα ελληνικά σούπερ μάρκετ και αξιόλογο εξαγωγικό αποτύπωμα. Σταδιακά την εξέλιξε σε έναν από τους πιο εξωστρεφείς εκπροσώπους της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων, με δραστηριότητα σε πάνω από 30 αγορές σε Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με τα στοιχεία χρήσης του 2024, ο κύκλος εργασιών της εταιρείας που απασχολεί συνολικά 250 εργαζόμενους, έφτασε στα 37,8 εκατ. ευρώ (αυξημένος έναντι 2023) και τα καθαρά της κέρδη ξεπέρασαν τα 3,3 εκατ. ευρώ.
Η εταιρεία έχει επενδύσει σε παραγωγική δυναμικότητα, αυτοματοποίηση και νέο παραγωγικό χαρτοφυλάκιο, ενώ οι εξαγωγές της αυξήθηκαν σημαντικά και το 2024, ενισχύοντας το διεθνές δίκτυό της διανομής.












