Σαν σήμερα, 25 Αυγούστου 1972, ο Βασίλης Λυμπέρης περνούσε στην ιστορία ως ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε στην Ελλάδα. Η καταδίκη του ήταν η κατάληξη μιας φρικιαστικής υπόθεσης που είχε συγκλονίσει τότε την κοινή γνώμη, αφού έκαψε ζωντανούς τη σύζυγο, τα παιδιά τους και την πεθερά του.
Η αρχή ενός εφιαλτικού τέλους
Το love story του Λυμπέρη με την όμορφη Βασιλική ξεκίνησε σαν μια απλή γνωριμία, κατόπιν εξελίχθηκε σε σχέση και στη συνέχεια σε γάμο. Απέκτησαν δύο παιδιά, όμως η οικογενειακή ζωή δεν εξελίχθηκε όπως την είχαν ονειρευτεί.
Οι καυγάδες τους ήταν καθημερινοί και ανάμεσα στις εντάσεις του ζευγαριού βρισκόταν και η σχέση του με την πεθερά του, την οποία θεωρούσε υπεύθυνη για πολλά από τα προβλήματα στο σπίτι.

Η οικογένεια προχώρησε στην πώληση οικοπέδου της Βασιλικής, προκειμένου να δημιουργηθεί επιχείρηση με μπαταρίες. Το εγχείρημα δεν κράτησε για πολύ και το κατάστημα έκλεισε. Ακολούθησε η πώληση και άλλου οικοπέδου. Τα χρήματα, σύμφωνα με τις πληροφορίες της εποχής, δεν χρησιμοποιήθηκαν για μια νέα επαγγελματική προσπάθεια, αλλά για την αγορά αυτοκινήτου.
Ωστόσο τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά, ανάμεσα στο ζευγάρι. Η κατάσταση επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο όταν αποκαλύφθηκε η σχέση του Λυμπέρη με τη Μαρία Γκίκα. Η Βασιλική είχε εντοπίσει στοιχεία για την παράνομη σχέση του και ο ίδιος δεν την αρνήθηκε. Μάλιστα, είχε εκφράσει την επιθυμία να παντρευτεί τη συγκεκριμένη γυναίκα. Αργότερα άλλαξε στάση και προσπάθησε να κερδίσει ξανά τη σύζυγό του.
Ο γάμος, ωστόσο, είχε ουσιαστικά διαλυθεί. Ο Λυμπέρης εγκατέλειψε το σπίτι στο Χαλάνδρι και εγκαταστάθηκε σε πανσιόν στην οδό Σωνιέρου, στην Αθήνα. Εκεί γνώρισε τον Παύλο Αγγελόπουλο, με τον οποίο περνούσε χρόνο παίζοντας χαρτιά. Οι συζητήσεις τους περιστρέφονταν συχνά γύρω από τα οικογενειακά προβλήματα του.

Ο Λυμπέρης φέρεται να εξέφραζε έντονη οργή απέναντι στην πεθερά του και να υποστήριζε πως εκείνη επηρέαζε τη Βασιλική εναντίον του. Στις συζητήσεις αυτές άρχισε να εμφανίζεται και η ιδέα της εκδίκησης.
Τα Χριστούγεννα του 1971 προσπάθησε να συναντήσει ξανά τη γυναίκα και τα παιδιά του. Πήγε στο σπίτι έχοντας μαζί του δώρα, όμως δεν του επέτρεψαν να περάσει μέσα. Τελικά είδε τα παιδιά του για λίγες ώρες μέσα στο αυτοκίνητο.
Η ημερομηνία του δικαστηρίου για το διαζύγιο πλησίαζε. Ήταν προγραμματισμένο για τις 18 Ιανουαρίου και, σύμφωνα με όσα αποκαλύφθηκαν αργότερα, ο Λυμπέρης είχε πλέον αποφασίσει να προχωρήσει σε πράξη εκδίκησης.
Το σχέδιο
Για την υλοποίηση του σχεδίου χρειάστηκε συνεργούς. Απευθύνθηκε στον Αγγελόπουλο και φέρεται να του υποσχέθηκε αυτοκίνητο ως αντάλλαγμα. Ο Αγγελόπουλος συμφώνησε και στη συνέχεια έφερε στην υπόθεση τον ξάδερφό του, Θεόδωρο Καπρέτσο.
Οι τρεις άνδρες συναντήθηκαν στις 4 Ιανουαρίου σε ταβέρνα. Εκεί συζητήθηκε το σχέδιο και ο Λυμπέρης είχε ήδη εξασφαλίσει τα απαραίτητα μπιτόνια με βενζίνη.

Η παρέα κατανάλωσε μεγάλη ποσότητα αλκοόλ. Χρόνια αργότερα, ο Αγγελόπουλος θα υποστήριζε ότι η κατανάλωση ποτού είχε παίξει ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης, λέγοντας χαρακτηριστικά πως χωρίς αυτό ίσως να μην είχε συμβεί η τραγωδία.
Την επόμενη νύχτα οι τρεις άνδρες ξεκίνησαν για το σπίτι. Σταμάτησαν καθ’ οδόν για να προμηθευτούν σπίρτα. Ο Αγγελόπουλος άρχισε να έχει αμφιβολίες, καθώς υπήρχε το ενδεχόμενο μέσα στο σπίτι να βρίσκονται και η σύζυγος και τα παιδιά του Λυμπέρη.
Σε ένα περίπτερο έγινε τηλεφώνημα προς τη Βασιλική. Ο Λυμπέρης πληροφορήθηκε ότι, υποτίθεται, η γυναίκα και τα παιδιά δεν βρίσκονταν εκεί.
Οι τρεις άνδρες έφτασαν στην περιοχή. Στο αυτοκίνητο υπήρχαν γάντια και τρία δοχεία με βενζίνη. Το όχημα εγκαταλείφθηκε σε κοντινό χωράφι. Ο Καπρέτσος ανέλαβε να παραμείνει έξω και να επιτηρεί την περιοχή, ενώ ο Λυμπέρης και ο Αγγελόπουλος προχώρησαν προς το σπίτι.
Η νύχτα της τραγωδίας
Ο Αγγελόπουλος κινήθηκε προς το δωμάτιο όπου βρίσκονταν η πεθερά του Λυμπέρη και ο μικρός γιος της οικογένειας. Εκεί χρησιμοποιήθηκε βενζίνη και στη συνέχεια εκδηλώθηκε φωτιά.
Ο Λυμπέρης κατευθύνθηκε και σε άλλο δωμάτιο, όπου κοιμόταν η Βασιλική μαζί με τη μικρή τους κόρη.
Η Βασιλική ξύπνησε και αντιλήφθηκε τι συνέβαινε. Όταν είδε τον σύζυγό της να χρησιμοποιεί βενζίνη, αντέδρασε και του φώναξε ότι τα παιδιά τους βρίσκονταν μέσα στο σπίτι.

Η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα. Οι φλόγες και ο καπνός δημιούργησαν συνθήκες εγκλωβισμού.
Κάποια στιγμή ο Αγγελόπουλος αντιλήφθηκε την παρουσία των παιδιών. Η κατάσταση είχε πλέον ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Στην προσπάθεια να απομακρυνθεί, έριξε βενζίνη προς την πλευρά του Λυμπέρη, ο οποίος κατάφερε να αποφύγει τα χειρότερα, αλλά υπέστη εγκαύματα στο πρόσωπο. Οι δράστες έφυγαν από το σημείο.
Μέσα στο σπίτι, όμως, παρέμεναν τέσσερις άνθρωποι.
Όταν έγινε αντιληπτή η πυρκαγιά, οι γείτονες έσπευσαν να βοηθήσουν. Η εικόνα που αντίκρισαν ήταν τραγική. Η Αντιγόνη Μάρκου, η πεθερά του Λυμπέρη, καθώς και τα δύο παιδιά, η Παναγιώτα και ο μικρός Γιώργος, είχαν ήδη πεθάνει.
Η Βασιλική βρέθηκε ζωντανή, αλλά σε εξαιρετικά βαριά κατάσταση.
Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και παρέμεινε για περίπου μία ημέρα. Πριν πεθάνει, πρόλαβε να μιλήσει σε συγγενικό της πρόσωπο και να καταγγείλει τον σύζυγό της ως υπεύθυνο για την πυρκαγιά.
Η σύλληψη και οι καταθέσεις
Η αποκάλυψη της μαρτυρίας της Βασιλικής έδωσε νέα διάσταση στην έρευνα. Οι αρχές στράφηκαν προς τον Λυμπέρη, ο οποίος συνελήφθη.
Αρχικά προσπάθησε να απομακρύνει τις υποψίες από πάνω του και να παρουσιάσει διαφορετική εκδοχή των γεγονότων. Στην πορεία, όμως, οι καταθέσεις των εμπλεκομένων και τα στοιχεία της έρευνας αποκάλυψαν τον τρόπο με τον οποίο είχε οργανωθεί η επίθεση.
Οι συνεργοί του μίλησαν στις Αρχές και η συμμετοχή τους αποκαλύφθηκε. Ο Λυμπέρης τελικά παραδέχθηκε την εμπλοκή του.
Η δίκη
Η δίκη πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1972 και προκάλεσε τεράστιο ενδιαφέρον. Το δικαστήριο έκρινε τον Λυμπέρη ένοχο για το τετραπλό έγκλημα και του επέβαλε τέσσερις θανατικές ποινές.
Σε θάνατο καταδικάστηκε και ο Παύλος Αγγελόπουλος, ενώ στους άλλους εμπλεκομένους επιβλήθηκαν διαφορετικές ποινές κάθειρξης.
Η περίπτωση του Αγγελόπουλου είχε ιδιαίτερη εξέλιξη, καθώς κατά τον χρόνο του εγκλήματος δεν είχε συμπληρώσει τα 18 χρόνια. Η θανατική ποινή δεν εκτελέστηκε και αργότερα μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Μετά την πτώση της δικτατορίας, η ποινή του μετατράπηκε οριστικά σε ισόβια και στα μέσα της δεκαετίας του 1990 αποφυλακίστηκε.
Η τελευταία εκτέλεση
Για τον Λυμπέρη, η απόφαση παρέμεινε αμετάκλητη. Στις 25 Αυγούστου 1972, μεταφέρθηκε στην περιοχή «Δύο Αοράκια» του Ηρακλείου Κρήτης. Εκεί τον περίμενε το εκτελεστικό απόσπασμα.
Στη διαδικασία συμμετείχαν δώδεκα έφεδροι στρατιωτικοί. Για να μη γνωρίζει κανείς ποιο όπλο είχε τη θανατηφόρα σφαίρα, μόνο έξι από τα όπλα ήταν πραγματικά γεμάτα.
Μετά τους πυροβολισμούς, ο Λυμπέρης παρέμεινε βαριά τραυματισμένος. Η διαδικασία της χαριστικής βολής προκάλεσε έντονη ψυχολογική πίεση στους στρατιωτικούς που συμμετείχαν.
Ο αξιωματικός που είχε την ευθύνη φέρεται να δίστασε να τη δώσει και ζήτησε από επιλοχία να αναλάβει. Εκείνος χρησιμοποίησε αυτόματο όπλο και πυροβόλησε.
Η εκτέλεση ολοκληρώθηκε.

Ο επιλοχίας, σύμφωνα με τις μεταγενέστερες μαρτυρίες, επηρεάστηκε βαθιά από την εμπειρία. Περίπου έξι μήνες αργότερα απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του και φέρεται να κουβαλούσε για χρόνια το ψυχολογικό βάρος της συμμετοχής του.
Η 25η Αυγούστου 1972 έμεινε έτσι στην ιστορία ως η ημέρα της τελευταίας εκτέλεσης στην Ελλάδα. Ο Βασίλης Λυμπέρης ήταν ο τελευταίος θανατοποινίτης που οδηγήθηκε μπροστά σε εκτελεστικό απόσπασμα στη χώρα.
@reader.gr Μία ημέρα σαν σήμερα, 25 Αυγούστου 1972, έγινε η τελευταία εκτέλεση θανατοποινίτη στην Ελλάδα. Ήταν ο Βασίλης Λυμπέρης που έκαψε ζωντανούς παιδιά, σύζυγο και πεθερά. 🗣️Νίκος Δεμισιώτης 📹🎞️ Manos Schetto 🔗 Διαβάστε περισσότερα στην κατηγορία «Σαν Σήμερα» του Reader.gr. #ReaderGr #ΣανΣήμερα #videoviral #greecetiktok #fyp ♬ original sound – reader.gr
















