Ένα ιδιαίτερα ανθρώπινο και πολυεπίπεδο πορτρέτο του ομογενούς ηθοποιού Τζέισον Μαντζούκα (Jason Mantzoukas) δημοσίευσαν οι New York Times, αναδεικνύοντας όχι μόνο την πορεία του στον κόσμο της κωμωδίας, αλλά και τη σχέση του με τη φήμη, τη δημιουργικότητα και την προσωπική του ταυτότητα.
Το αφιέρωμα ξεκινά με μια σκηνή από τη Νέα Υόρκη: ένα κρύο απόγευμα του Ιανουαρίου, ο Μαντζούκας περπατά στους δρόμους του Μανχάταν, παρατηρώντας τις αλλαγές της πόλης. Μπαρ που έγιναν φαρμακεία, καφέ που αντικαταστάθηκαν από τράπεζες – μικρές απώλειες που προκαλούν μια ήπια μελαγχολία. Επιστρέφοντας από το Λος Άντζελες μετά από περισσότερα από 15 χρόνια, ο ηθοποιός δεν είναι απλώς επισκέπτης· φαίνεται να προσπαθεί να ξαναβρεί μια παλιά εκδοχή του εαυτού του.

Αφορμή για τη βόλτα αποτέλεσε μια ιδιωτική ξενάγηση σε τοποθεσίες της σειράς Sex and the City. Αν και φανατικός θαυμαστής της σειράς, ο ίδιος βρέθηκε σε μια σχεδόν αλλόκοτη εμπειρία, καθώς η ξενάγηση εκτροχιάστηκε σε απρόσμενες αναφορές της ποπ κουλτούρας. Το «παράξενο» αυτό κλίμα ταιριάζει απόλυτα στον Μαντζούκα, ο οποίος έχει χτίσει την καριέρα του πάνω στην ανατροπή, την υπερβολή και την ελεγχόμενη αναρχία.

Στα 53 του χρόνια, ο Μαντζούκας είναι πλέον μια εμβληματική φιγούρα της αμερικανικής κωμωδίας, κυρίως ως ο «that guy» – ο guest ηθοποιός που εμφανίζεται για λίγα επεισόδια και εκτοξεύει το επίπεδο της παραφροσύνης μιας σειράς. Από το The League, που αποτέλεσε τη μεγάλη του καμπή, μέχρι τα Parks and Recreation, The Good Place, Brooklyn Nine-Nine και Big Mouth, οι χαρακτήρες του κινούνται στα όρια του ακραίου, αγγίζοντας συχνά το γκροτέσκο.

Παράλληλα, εδώ και χρόνια συνδιοργανώνει το επιτυχημένο podcast How Did This Get Made?, αποδομώντας αποτυχημένες ή αλλόκοτες ταινίες, ενώ συμμετέχει στη σειρά της Disney+ Percy Jackson and the Olympians, υποδυόμενος τον Διόνυσο – έναν ρόλο που, όπως σχολιάζεται στο αφιέρωμα, μοιάζει σχεδόν αυτονόητος για εκείνον.
Η αναγνώριση ήρθε αργά. Για χρόνια, οι υπεύθυνοι κάστινγκ τον έλεγαν ότι δεν ταίριαζε πουθενά: ούτε αρκετά «όμορφος» για πρωταγωνιστής, ούτε αρκετά «άχαρος» για κολλητός φίλος, ενώ η ελληνική καταγωγή του θεωρούνταν «μη εμπορικά προσδιορίσιμη». Η επιτυχία ήρθε όταν του επιτράπηκε να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα από το μηδέν, έναν «μανιακό», όπως ο ίδιος τον περιγράφει, αξιοποιώντας πλήρως την κωμική του τόλμη.

Το πορτρέτο των New York Times φωτίζει και μια λιγότερο προβεβλημένη πλευρά του Μαντζούκα: εκτός σκηνής είναι ήρεμος, ευγενικός και εσωστρεφής, διατηρώντας απόσταση από τη δημόσια έκθεση. Η περσόνα που παρουσιάζει στα μικρόφωνα και στις κάμερες λειτουργεί ως ασπίδα, ενώ η πραγματική του ζωή παραμένει προστατευμένη.
Σήμερα, με μια σταθερή καριέρα και συμμετοχές ακόμη και στο Μπρόντγουεϊ, δηλώνει συμφιλιωμένος με τη διαδρομή του. Όπως καταλήγει το αφιέρωμα, ο αργός και ανορθόδοξος δρόμος τον οδήγησε σε ένα σημείο όπου η δουλειά έχει καθαρό νόημα: τη χαρά της συνεργασίας και τη δύναμη του γέλιου.
Ο Τζέισον Μαντζούκας αποτελεί ζωντανό παράδειγμα για το πώς η ελληνική καταγωγή, η υπομονή και η τόλμη μπορούν να συναντήσουν την αναγνώριση στον κόσμο της ψυχαγωγίας, αφήνοντας ανεξίτηλο το στίγμα της προσωπικότητας και του ταλέντου.












